του Ιωάννη Ιντζέ *

Είναι γνωστό από την αρχαιότητα ότι οι Έλληνες είχαν εμπορικό πνεύμα και μέσω αυτού έκαναν ειρηνικές «κατακτήσεις» και αποικίες στον τότε γνωστό κόσμο. Το Βυζάντιο ήταν μία τέτοια αποικία, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Κωνσταντινούπολη και έγινε η φημισμένη πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού Κράτους.

Σήμερα η Ελλάδα παραμένει η κορυφαία ναυτιλιακή χώρα στον κόσμο, καθώς οι Έλληνες πλοιοκτήτες με 5.514 πλοία ελέγχουν σήμερα περίπου το 21% του παγκόσμιου στόλου, σε όρους χωρητικότητας. Και φυσικά οι δυνατότητες εμπορίου είναι απεριόριστες.

Θα περίμενε συνεπώς κάποιος σε μια χώρα που δεν διαθέτει βιομηχανία, ενώ ακόμα και η μεταποίηση έχει υποβαθμιστεί, το εμπόριο και οι εμπορικές επιχειρήσεις να υποστηρίζονται από το Κράτος. Και υπάρχουν πολλοί λόγοι για να γίνεται αυτό.

Κατ΄αρχάς το εμπόριο συνδέεται άρρηκτα με την κοινωνική συνοχή, τον τουρισμό και την ενίσχυση της τοπικής απασχόλησης. Επειδή οι περισσότερες μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι οικογενειακές, αυτό σημαίνει ότι το παραγόμενο κέρδος παραμένει στην τοπική κοινωνία, σε αντίθεση, πχ, με μια πολυεθνική εταιρεία της οποίας τα κέρδη θα φύγουν σε μετόχους στο εξωτερικό. Επίσης σε τέτοιες επιχειρήσεις απασχολούνται κυρίως Έλληνες πολίτες με πλήρη ασφαλιστικά δικαιώματα καθόσον είναι πιο εύκολος ο έλεγχος τυχόν αδήλωτης εργασίας.

Επίσης, οι μικρές τοπικές επιχειρήσεις είναι πιο εύκολο και προσιτό να εμπορεύονται τοπικά προϊόντα, προσδίδοντας έτσι μεγαλύτερη δυναμική και ανάπτυξη στην τοπική οικονομία. Η εξαφάνιση μικρομεσαίες εμπορικών επιχειρήσεων από την ύπαιθρο και την περιφέρεια επιφέρει περεταίρω ερήμωση και εγκατάλειψη, αφού οι κάτοικοι άγονων περιοχών δεν έχουν πρόσβαση σε βασικά και αναγκαία προϊόντα. Για τέτοιες περιπτώσεις προβλέπεται από την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία ακόμα και μηδενικός ΦΠΑ σε μικρές επιχειρήσεις, προκριμένου να παραμείνουν βιώσιμες και να μην κλείσουν.

Αλλά και στην αχανή Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις η αναγκαιότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι προφανής, καθόσον δεν έχουν όλοι την δυνατότητα μετακινήσεων σε κάποιο εμπορικό κέντρο ή κατάστημα.

Πολλές φορές ακούμε από Κυβερνητικούς αξιωματούχους, σε διάφορες εκδηλώσεις στην περιφέρεια, για την ανάγκη στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων οι οποίες αποτελούν την ραχοκοκκαλιά της εθνικής μας οικονομίας.  Ίσως το ακούσουμε και στην ΔΕΘ από τον κ. Πρωθυπουργό.

Στην πράξη όμως οι επιχειρήσεις αυτές βιώνουν ένα καθημερινό Γολγοθά και αντιμετωπίζουν προβλήματα βιωσιμότητας. Και αυτό δεν οφείλεται στην έλλειψη ικανότητας των επιχειρηματιών ή σε άλλους παράγοντες, αλλά έχει την αιτία του στον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό της Κυβέρνησης. Είναι δηλαδή σκόπιμο και σχεδιασμένο.

Όταν ο πρώην Υπουργός Οικονομικών και νυν Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης κ. Χατζηδάκης δηλώνει δημόσια (1 Απρ 2024)  ότι ο μεγάλος αριθμός μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι ενάντια στην ανταγωνιστικότητα της οικονομία» τότε εξηγούνται οι όποιες δυσχέρειες.

Όταν από τον πακτωλό των χρημάτων του Ταμείου Ανάκαμψης (ΤΑΑ) δίνονται εκατοντάδες εκατομμύρια σε εταιρίες όπως η ΤΕΡΝΑ ή η τουρκικών συμφερόντων AVIS, ενώ στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις καταλήγουν ψίχουλα, τότε είναι λογικό να υπάρχουν προβλήματα.

Το ελληνικό εμπόριο αποτελεί ένα  βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας αλλά και της κοινωνίας. Κατ΄αρχάς είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης στη χώρα αφού απασχολεί το 17% της συνολικής απασχόλησης. Κατά δεύτερον δημιουργεί ένα τζίρο που φτάνει τα 180 περίπου δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 37% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, ενώ συνεισφέρει κατά σχεδόν 25% στις ασφαλιστικές εισφορές.

Παρόλα αυτά όμως οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις βιώνουν πολλά προβλήματα και πίεση. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι:

  • Η επιβολή ένταξης και λειτουργίας εφαρμογών όπως το myDATA, η ψηφιακή κάρτα εργασίας, η διασύνδεση POS – ταμειακών κ.λπ. γίνεται χωρίς καμιά επιδότηση και στήριξη.
  • Το κόστος δανεισμού που κυμαίνεται στο 3,3%, ενώ οι τραπεζικές προμήθειες και οι χρεώσεις μέσω e-banking επιβαρύνουν την λειτουργία τους.
  • Η μη συμμετοχή σε προγράμματα ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης.
  • Ο αθέμιτος ανταγωνισμός από ξένες πλατφόρμες (π.χ. Temu) και η πώληση προϊόντων χωρίς έλεγχο εάν εναρμονίζονται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία.
  • Μη θεσμοθέτηση ενός λειτουργικού τροφοδότη ακατάσχετου λογαριασμού, μέσω του οποίου θα διενεργούνται σε καθημερινή βάση οι απαραίτητες για τη λειτουργία της επιχείρησης συναλλαγές.
  • Η μη θέσπιση μίας ενιαίας ρύθμισης για όλες τις οφειλές στο Δημόσιο, σε 72 έως 120 δόσεις, με σταθερό επιτόκιο 3%.
  • Οι διάφορες επιβαρύνσεις, όπως η προκαταβολή φόρου επόμενου έτους, το Τέλος Επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, αλλά και η μη εφαρμογή  αφορολόγητου για μικρές επιχειρήσεις, όπως προβλέπεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Η οικονομία δεν καθορίζεται μόνο με την αξία των μετοχών μιας επιχείρησης στο χρηματιστήριο. Η πραγματική οικονομία σχετίζεται με την παραγωγή, την γενικότερη ανάπτυξη της χώρας, τις επενδύσεις και την απασχόληση. Σε αυτό το πλαίσιο η διαμόρφωση μιας πολιτικής που θα υπηρετεί τη βιώσιμη επιχειρηματικότητα θα ενισχύσει την οικονομία και την κοινωνία.

Στηρίζουμε λοιπόν τις μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις. Είναι εθνικό μας καθήκον και όφελος.

* Ο Ιωάννης Ιντζές είναι Αντιστράτηγος ε.α. απόφοιτος της Σχολής Εθνικής Άμυνας και κάτοχος Μεταπτυχιακού στην «Εφαρμοσμένη Στρατηγική και τη Διεθνή Ασφάλεια». Είναι Διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Προέδρου της ΝΙΚΗΣ και Επιστημονικός Συνεργάτης στην Βουλή, Υπεύθυνος του Τομέα Εθνικής Άμυνας και αναπληρωματικό μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής.