Η πόντιση καλωδίων στη θάλασσα σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα
Του Χρήστου Γκουγκουρέλα
Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας υποθετικά αποτελεί τον κύριο θεσμικό μηχανισμό για τη διμερή συνεργασία ανάμεσα στις δύο χώρες, με σκοπό τη διατήρηση των ‘‘ήρεμων νερών’’ και την προώθηση της λεγόμενης ‘‘θετικής ατζέντας’’. Στο πλαίσιο αυτό, πριν λίγες μέρες, ο Έλληνας Πρωθυπουργός επισκέφθηκε την Άγκυρα και μετά τη λήξη της Συνόδου του Συμβουλίου, οι ηγέτες των δύο χωρών φάνηκε πανταχόθι να επιβεβαιώνουν τους ‘‘ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας’’ μέσα σε ένα ‘‘κλίμα’’ δηλούμενης ‘‘αμοιβαίας αλληλοκατανόησης’’.
Το πρώτιστο ερώτημα όμως που απασχολεί από σπουδαίους και έμπειρους ‘‘αναλυτές’’ της εξωτερικής πολιτικής μέχρι και την κοινή γνώμη βεβαίως – και εστιάζω ειδικά στην εγχώρια κοινή γνώμη – είναι αν η διπλωματική παρουσία του Μητσοτάκη στην Τουρκία είχε ουσιαστικό αντίκτυπο για τη χώρα, κυρίως και ιδιαιτέρως δηλαδή αν η χώρα επωφελείται στρατηγικά και γεωπολιτικά επί της ουσίας και επί του διεθνούς πεδίου από μια τέτοια ‘‘ώσμωση’’ με το καθεστώς Ερντογάν, αν, αντιθέτως, όλα τούτα τα τεκταινόμενα γίνονται για το ‘‘θεαθήναι’’ ή, εν τέλει, αν εξυπηρετούν, υπό ένα έτερο πρίσμα, τους σκοπούς ή έστω τους τακτικούς ελιγμούς της Τουρκίας (;).
Προτείνω, λοιπόν, να δούμε την απάντηση επί του ερωτήματος πρακτικά και ακολουθώντας μια συγκεκριμένη συλλογιστική. Όταν ρωτάς αν είχε (κάποιον και ποιον) ‘‘πρακτικό αντίκτυπο’’ η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Τουρκία, στην ουσία ρωτάς αν με βάση αυτά που δηλώθηκαν από τους δύο ηγέτες και συνυπογράφηκαν σε κείμενα έκφρασης ‘‘κοινών προθέσεων’’, μπορούν άμεσα, ή έστω κάποια στιγμή, να υλοποιηθούν και ‘‘επί του πεδίου’’ τα συμπεφωνημένα, ώστε να παραγάγουν ‘‘απτά αποτελέσματα’’, ήτοι αποτελέσματα στο επίπεδο της πραγματικότητας (και όχι της θεωρίας).
Η συλλογιστική που άνω ανέφερα, προτείνω να χρησιμοποιηθεί σε ένα πολυσυζητημένο θέμα, την πόντιση και τελικά εγκατάσταση του υποβρύχιου ηλεκτρικού καλωδίου για τη διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, του γνωστού και ως ‘‘Great Sea Interconnector’’ (GSI), η οποία (πόντιση), ως καλά ενθυμούμαστε όλοι, εμποδίστηκε από πλοία του τουρκικού στόλου στα ανοικτά της Κάσου και εντός της (θεωρητικής) ελληνικής ΑΟΖ. Προσέξτε, λοιπόν:
Στην Κοινή Δήλωση ανάμεσα στην ‘‘Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Τουρκίας’’, αμφότερες οι πλευρές επανέλαβαν ότι ‘‘η διευρυμένη διμερής συνεργασία, με πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη του ΟΗΕ, θα ενισχύσει περαιτέρω την περιφερειακή ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία και θα τονώσει την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής’’. Μάλιστα, με στόμφο υπογραμμίζεται στη δήλωση αυτή ότι ‘‘και οι δύο χώρες εξέφρασαν την αποφασιστικότητά τους να αξιολογήσουν υφιστάμενες ευκαιρίες συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας — ιδίως στη διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας και στις ανανεώσιμες πηγές — με στόχο την ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας’’.
Αφού, επομένως, οι δύο χώρες σέβονται πλήρως, και δη από κοινού, το διεθνές δίκαιο, όπως μεγαλόσχημα δηλώνουν, και αφού είναι πρόθυμες, στο όνομα της ‘‘φιλίας’’ τους και προπαντός της ‘‘περιφερειακής σταθερότητας’’, να ‘‘συνεργαστούν’’ σε έργα στον τομέα της ενέργειας και ιδίως σε ‘‘έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης’’, ας δούμε τι ‘‘λέει’’ το αμφιπλεύρως επικληθέν διεθνές δίκαιο για την πόντιση υποβρύχιων καλωδίων και πιο συγκεκριμένα τι ισχύει σύμφωνα με αυτό ειδικά για την πόντιση και τελική εγκατάσταση του GSI.
Ήδη από το 1958, η Σύμβαση της Γενεύης για την Ανοιχτή Θάλασσα (Geneva Convention on the High Seas – CHS), δηλαδή η Σύμβαση που σήμερα θα λέγαμε πως αφορούσε όλες τις θαλάσσιες ζώνες εκτός από τα χωρικά ύδατα (territorial sea) ή τα εσωτερικά ύδατα (internal waters) ενός κράτους, όριζε ρητώς το δικαίωμα των κρατών (παράκτιων και μη) να τοποθετούν θαλάσσια καλώδια στον πυθμένα της ‘‘ανοιχτής’’ θάλασσας, συμπεριλαμβανομένων και των καλωδίων υψηλής τάσης.
Με την επιφύλαξη του δικαιώματος λήψης ‘‘εύλογων μέτρων’’ για την εξερεύνηση της υφαλοκρηπίδας και την εκμετάλλευση των φυσικών του πόρων, ένα κράτος, βάσει της CHS, δεν μπορεί να εμποδίσει την τοποθέτηση και συντήρηση καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα του (άρ. 26 CHS). Μάλιστα, η κομβική αυτή διάταξη αναπαράχθηκε αυτούσια στη Σύμβαση της Γενεύης (1958) για την ‘‘υφαλοκρηπίδα’’ (άρ. 4, Geneva Convention on the Continental Shelf).
Περαιτέρω, το άρθρο 4 της Διεθνούς Σύμβασης για την υφαλοκρηπίδα (CCS) ήταν προϊόν διαβούλευσης από την Επιτροπή του Διεθνούς Δικαίου, η οποία αντιμετώπισε «το γενικό πρόβλημα… της συμφιλίωσης της αποκλειστικής παράκτιας χρήσης του βυθού και του υπεδάφους για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του παράκτιου κράτους με το γενικά αναγνωρισμένο δικαίωμα τοποθέτησης και λειτουργίας καλωδίων, το οποίο θεωρείται κοινώς ότι προστατεύεται από το δόγμα της ελευθερίας των θαλασσών» (Myres S. Mc Dougal and William T. Burke, The Public Order of the Oceans, 1962).
Οι άνω προβλέψεις είναι απαράλλακτα ίδιες και στην ‘‘κορωνίδα’’ της διεθνούς νομιμότητας στα προκείμενα ζητήματα, δηλαδή στην περίφημη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS, 1982). Καταρχάς, λοιπόν, όλα τα κράτη δικαιούνται να τοποθετούν υποβρύχια καλώδια στην υφαλοκρηπίδα σύμφωνα με το άρ. 79§1 της UNCLOS, με την επιφύλαξη όμως του δικαιώματος του παράκτιου κράτους να λαμβάνει ‘‘εύλογα μέτρα’’ για την εξερεύνηση της υφαλοκρηπίδας και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του (άρ. 79§2 UNCLOS).
Εντός δε της ΑΟΖ ενός παράκτιου κράτους, η UNCLOS εγγυάται σε όλα τα κράτη την ελευθερία να τοποθετούν υποβρύχια καλώδια, καθώς και μια σειρά άλλων ‘‘ελευθεριών’’ που σχετίζονται με τη λειτουργία αυτών των καλωδίων, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του παράκτιου κράτους (άρ. 58 UNCLOS).
Και σε ό,τι αφορά την ‘‘ανοιχτή θάλασσα’’, ενώ η UNCLOS επαναπροσδιορίζει τον όρο, εξαιρώντας από την έννοια της ‘‘ανοιχτής θάλασσας’’ όχι μόνο τα χωρικά ύδατα και τα αρχιπελαγικά ύδατα ενός κράτους αλλά και την ΑΟΖ του, διατηρεί, κι εκεί, το δικαίωμα όλων των κρατών να τοποθετούν υποβρύχια καλώδια.
Το άρθρο 79 της UNCLOS, συνεπώς, ‘‘αποφεύγει’’ ξεκάθαρα να ορίσει ότι απαιτείται η συγκατάθεση του παράκτιου κράτους για την οριοθέτηση της πορείας ενός υποβρύχιου καλωδίου στην υφαλοκρηπίδα του, όπως συμβαίνει για τους υποβρύχιους αγωγούς (άρθρο 79§3 της UNCLOS), αλλά απλώς δίνει τη δυνατότητα στο παράκτιο κράτος, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εμποδίσει ή, πολύ περισσότερο, να ‘‘απαγορεύσει’’ την πόντιση και λειτουργία υποβρυχίων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ του, να λάβει ‘‘εύλογα μέτρα’’, όπως είναι ο επαναπροσδιορισμός της πορείας των καλωδίων, αν, επί παραδείγματι, ‘‘παρακωλύεται’’ από μια προτεινόμενη και συγκεκριμένη πορεία αυτών των καλωδίων η αξιοποίηση των πόρων του στη θεωρητικά ή πρακτικά δική του υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ.
Μάλιστα, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της UNCLOS, η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου είχε προνοητικά διευκρινίσει στα σχόλιά της σχετικά με την ένταξη της διάταξης των ‘‘εύλογων μέτρων’’ ότι: ‘‘Η διατύπωση των «εύλογων μέτρων» προστέθηκε για να καταστεί σαφές ότι το παράκτιο κράτος υποχρεούται να επιτρέπει την τοποθέτηση καλωδίων και αγωγών στον πυθμένα της υφαλοκρηπίδας του, αλλά ότι μπορεί ίσως να επιβάλει ‘‘όρους’’ ως προς την ακολουθητέα διαδρομή προκειμένου να αποτραπεί η αδικαιολόγητη παρέμβαση στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους’’.
Διαβάζοντας κάποιος όλα τα παραπάνω και χρησιμοποιώντας τη στοιχειώδη λογική, τον κοινό νου όπως λέμε (χωρίς να χρειάζεται να είναι πολιτικός, διεθνολόγος ή πεπειραμένος αναλυτής), από τη συνερμηνεία αφενός της Κοινής Δήλωσης Ελλάδας-Τουρκίας και αφετέρου των ρητών προβλέψεων του Δικαίου της Θάλασσας, δεν μπορεί, δεν γίνεται να μην οδηγηθεί στο ‘‘συμπέρασμα’’ ότι με βάση τα λεγόμενα των δύο χωρών και το status της διεθνούς νομιμότητας, το καλώδιο στην Κάσο έπρεπε να είναι ‘‘ποντισμένο’’ εδώ και χρόνια… ‘Η έστω ότι από την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Άγκυρα και μετά είναι απολύτως όχι μόνο εφικτό αλλά και αναμενόμενο, οσονούπω να ‘‘ποντιστεί’’. Οι δύο χώρες, άλλωστε, σέβονται το διεθνές δίκαιο, και το δηλώνουν, θα συνεργαστούν στο όνομα της ‘‘περιφερειακής σταθερότητας’’ ιδίως σε ενεργειακά projects, και μας το τονίζουν ανεπιφυλάκτως, επιδιώκουν δε τα ‘‘ήρεμα νερά’’, και ‘‘μιλούν’’ περί τούτου ανενδοίαστα….
Υπάρχει, ωστόσο, κάποιος σοβαρά (ή και σοβαροφανώς ακόμη) σκεπτόμενος, κάποιος που να ‘‘πατά και με τα δυο πόδια στη γη’’ τελοσπάντων, που να πιστεύει ότι η Τουρκία θα ‘‘αφήσει’’ την Ελλάδα να ‘‘ποντίσει’’ το επίμαχο υποβρύχιο καλώδιο(;), σύμφωνα με όσα ‘‘συνυπέγραψε’’ στην άνω Κοινή Δήλωση και σύμφωνα με την εκπεφρασμένη ‘‘συνεργατική πρόθεσή’’ της; Σε αυτό το ερώτημα πρέπει να απαντήσει κάποιος, ώστε να ‘‘βοηθηθεί’’ και επί της απαντήσεως στο κεντρικό ερώτημα που ετέθη στην αρχή του κειμένου περί του αν ‘‘πέτυχε’’ κάτι η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Τουρκία, περί του αν είχε ‘‘πρακτικό αντίκτυπο’’ και περί του αν υπήρξε … ‘‘γεωπολιτικά επωφελής’’(;) ή, αντιθέτως, αν όλα όσα συνέβησαν ήταν ‘‘βιτρίνα’’ που ήθελαν (και οι δύο πλευρές) να ‘‘δει’’ το ‘‘πόπολο’’(;).
Προσωπικά, έχω την αίσθηση ότι η Τουρκία, μην κάνοντας στην πραγματικότητα σπιθαμή πίσω από τις δεδηλωμένες θέσεις της, ‘‘εργαλειοποιεί’’ κάτι τέτοιες συναντήσεις στο πλαίσιο αφενός επίτευξης των δικών της στρατηγικών επιδιώξεων και αφετέρου της παγίωσης μιας συγκεκριμένης ‘‘εικόνας’’ της που θέλει να ‘‘φαίνεται’’ έναντι των ΗΠΑ και της ΕΕ και να γίνεται πιστευτή.
Δεν ξέρω κατά πόσο είναι ‘‘εύστοχος’’ ο παραλληλισμός, αλλά θα τολμήσω να γράψω ότι εν προκειμένω η Τουρκία μπορεί και να εφαρμόζει στην πράξη μια ‘‘παραλλαγή’’ της λεγόμενης ‘‘Στρατηγικής των 3 Πολέμων’’ (Three Warfares Strategy) που έχει υιοθετήσει, ως κεντρικό του δόγμα, και δη επίσημα από το 2003, ο ‘‘Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός’’ (PLA) της Κίνας, με στόχο να επιτυγχάνει κινεζικά γεωπολιτικά συμφέροντα χωρίς την ανάγκη άμεσης ένοπλης σύγκρουσης.
Ο πρώτος από τους τρεις ‘‘πολέμους’’ είναι ο ‘‘ψυχολογικός πόλεμος’’ (psychological warfare) που στοχεύει στον εκφοβισμό του αντιπάλου και στην επιγενόμενη αναβλητικότητα, μέσα από την αποθάρρυνσή του, ως προς το να εκδηλώσει πρωτοβουλίες που ικανοποιούν μεν προβλεπόμενα δικαιώματά του, αλλά βλάπτουν το γεωπολιτικό όραμα και τις εν γένει περιφερειακές βλέψεις του ισχυρότερου σε μια διπολική διεθνή σχέση. Η Τουρκία με τη χρήση μερικών πολεμικών πλοίων και με την απειλή επέλευσης επεισοδίου ανάσχεσε κάθε δική μας ιδέα να ποντιστεί ‘‘ερήμην’’ της το διαβόητο καλώδιο στην Κάσο αλλά ασφαλώς και με μια οργανωμένη τακτική δεκαετιών, με κύριο πρόταγμα το casus belli, υποδεικνύει στην Ελλάδα, και για κάποιους της ‘‘επιβάλλει’’, τον ρόλο του ‘‘δεδιούντος (=φοβισμένου) παίκτη’’….
Ο δεύτερος ‘‘πόλεμος’’ είναι αυτός των ‘‘Μέσων Ενημέρωσης/Κοινής Γνώμης’’ (media/public opinion warfare), με τον οποίο επιχειρείται μέσα από επιμελημένες μεθοδεύσεις, αφενός με τη διπλωματία της εξωτερικής πολιτικής και αφετέρου με τη χρήση κρατικών μέσων ενημέρωσης, social media και προπαγάνδας, να χειραγωγηθεί η εγχώρια και διεθνής κοινή γνώμη για να υποστηρίξει ή έστω να μην αντιδράσει στα εγχειρήματα του ενεργούντος τον ‘‘πόλεμο’’. Η από την Τουρκία εμφανιζόμενη, λοιπόν, στη διεθνή κοινή γνώμη και στις ηγεσίες τρίτων χωρών, ως ‘‘φίλη’’ Ελλάδα ‘‘ξεπλένει’’ επί της ουσίας το καθεστώς Ερντογάν, το οποίο, με τις ‘‘πλάτες’’ Μητσοτάκη, μπορεί να προωθεί διεθνώς τη δική του ‘‘χρησιμότητα’’, ως η ισχυρά περιφερειακή δύναμη της περιοχής, στη ‘‘γεωπολιτική σταθερότητα’’ της οποίας προσβλέπουν και ποντάρουν οι ΗΠΑ και η ΕΕ.
Ο τρίτος ‘‘πόλεμος’’ είναι ο ‘‘νομικός πόλεμος’’ (legal Warfare / lawfare) που έχει ως στόχο τη θεμελίωση όλο και περισσότερων διεκδικήσεων από την πλευρά του ισχυρού και την ‘‘επιχειρηματολογική κάλυψη’’ των κινήσεών του στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής και της περιφερειακής διακρατικής διάδρασης. Η Τουρκία εμφανίζει όλο και περισσότερα νομικώς αμφισβητούμενα πεδία στις σχέσεις της με την Ελλάδα, προφανώς για να ‘‘κερδίσει’’, μέσα από μια πολυθεματική ατζέντα νομικο-πολιτικών ζητημάτων, όσα περισσότερα μπορεί και με τη δική της, sui generis προσέγγιση του διεθνούς δικαίου παγίως και επισταμένως προσπαθεί να ‘‘νομιμοποιήσει’’ τις βουλιμικές διεκδικήσεις της, ‘‘καταφεύγοντας’’ συνήθως στη δημιουργία ‘‘τετελεσμένων’’ με την επίκληση a la carte νομικών ερμηνειών.
Τα τρία άνω είδη ‘‘πολέμων’’ απαιτούν στέρεο σχέδιο και ικανούς διπλωμάτες και κυρίως στοχεύουν στην προβολή ισχύος στο ‘‘πολυπαραγοντικό παίγνιο’’ της περιοχής. Ανεξαρτήτως, πάντως, αν συμφωνεί (ή διαφωνεί) κάποιος με τον παραπάνω (συνολικό) παραλληλισμό σχετικά με την εφαρμοζόμενη από την Τουρκία τακτική στις μεταξύ μας σχέσεις και ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει σχετικά με τον ουσιαστικό αντίκτυπο της παρουσίας του Πρωθυπουργού στο ‘‘παλάτι’’ του Ερντογάν, εγώ καταληκτικά επιθυμώ να τονίσω πανταχόθι ότι τούτη η κυβέρνηση, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα και έτσι όπως διαμορφώνεται και το εγχώριο πολιτικό σκηνικό, ενόψει μάλιστα και της προεκλογικής περιόδου στην οποία ήδη ‘‘μεταβαίνουμε’’, δεν έχει καμία ‘‘πολιτική νομιμοποίηση’’, πολύ δε περισσότερο καμία ‘‘λαϊκή εντολή’’ να ‘‘συμφωνήσει’’ με την Τουρκία για οτιδήποτε καίριο και σημαντικό. Και ο νοών νοείτω…..