Έκθεση Κομισιόν για την ελληνική οικονομία: Θεαματική ανάπτυξη αλλά και χρόνιες παθογένειες
Η ετήσια εις βάθος έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα σκιαγραφεί μια οικονομία με ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, αλλά παράλληλα επισημαίνει χρόνιες μακροοικονομικές ανισορροπίες που εξακολουθούν να υφίστανται. Η έκθεση, εντασσόμενη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών, παρέχει μια λεπτομερή ανάλυση που θα συμβάλει στην τελική αξιολόγηση της Επιτροπής τον Ιούνιο.
Η ελληνική οικονομία διατηρεί σταθερό ρυθμό ανάπτυξης, υπερβαίνοντας σημαντικά τον μέσο όρο της ΕΕ. Συγκεκριμένα, αναπτύχθηκε κατά 2,3% κατά τα πρώτα τρία τρίμηνα του 2024, συνεχίζοντας τον ρυθμό του 2023. Η ανάπτυξη αυτή στηρίχθηκε κυρίως στην εγχώρια ζήτηση, ενώ οι καθαρές εξαγωγές είχαν ανασταλτική επίδραση. Οι προβλέψεις της Επιτροπής κάνουν λόγο για ανάπτυξη του ΑΕΠ κατά 2,3% το 2025 και 2,2% το 2026, με την κατανάλωση και τις επενδύσεις να αναμένεται να ενισχυθούν.
Στον δημοσιονομικό τομέα, το δημόσιο χρέος συνεχίζει την πτωτική του πορεία, αλλά παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ, προβλεπόμενο να μειωθεί στο 153,1% του ΑΕΠ το 2024 από 163,9% το 2023. Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι αυξήθηκε στο 2,9% του ΑΕΠ το 2024, ενώ το συνολικό έλλειμμα μειώθηκε στο 0,6%. Οι βελτιώσεις αυτές αποδίδονται στην συγκράτηση των δαπανών και στην αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Ωστόσο, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διευρύνθηκε το 2024, φτάνοντας το 6,4% του ΑΕΠ, παραμένοντας υψηλότερο από τα προ-πανδημίας επίπεδα. Αυτό οφείλεται κυρίως στο αυξανόμενο έλλειμμα μη πετρελαϊκών αγαθών, καθώς η αδύναμη εξωτερική ζήτηση και οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα επιβράδυναν τις εξαγωγές, ενώ η ισχυρή εγχώρια ζήτηση ενίσχυσε τις εισαγωγές.
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας παρουσιάζει βελτίωση στην ποιότητα των χαρτοφυλακίων των τραπεζών, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) να μειώνεται στο 3,4%. Παρόλα αυτά, παραμένει πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η διαχείριση των NPL εκτός τραπεζικού τομέα παραμένει αργή, με τα παλαιά NPL που κατέχουν οι εταιρείες διαχείρισης να επιβαρύνουν την οικονομία.
Η αγορά εργασίας συνέχισε να βελτιώνεται, με την απασχόληση να φτάνει σε ιστορικό υψηλό (69%) και την ανεργία να μειώνεται (9,5%). Ωστόσο, τα ποσοστά απασχόλησης παραμένουν χαμηλότερα και τα ποσοστά ανεργίας υψηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ.
Η έκθεση καταλήγει ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο στην αντιμετώπιση των μακροχρόνιων ευπαθειών της, αλλά η διατήρηση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής, τόσο στο πλαίσιο όσο και πέρα από το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, παραμένει κρίσιμη για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών και την ενίσχυση της παραγωγικότητας. Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, την εξαγωγική ικανότητα και τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές, συμβάλλοντας στην εξάλειψη των μακροοικονομικών ανισορροπιών.
Με πληροφορίες από protothema