Συνέντευξη: Περικλής Χατζηγιάννης

O καθηγητής Γιάννης Κορίνθιος γεννήθηκε στην Τήνο, σπούδασε φιλοσοφία στο Γρηγοριανό Πανεπιστήμιο στη Ρώμη και είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής από το Πανεπιστήμιο “La Sapienza” της Ρώμης (1976). Από το 1979 δίδασκε νεοελληνική γλώσσα πρώτα στο Πανεπιστήμιο Ανατολικών Σπουδών της Νάπολης και στη συνέχεια στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας μέχρι την πρόσφατη συνταξιοδότησή του.

Συγγραφέας πολλών σχολικών και πανεπιστημιακών εγχειριδίων Αρχαίων και Νέων Ελληνικών και ενός πρωτοποριακού ψηφιακού Λεξικού Αρχαίων Ελληνικών (2017, 2025 δεύτερη έκδοση). 

Ερευνητής της διασποράς και της εθνεγερσίας δημοσίευσε στην Ιταλία, το 2012, τη μονογραφία «Οι Έλληνες της Νάπολης και της Νοτίου Ιταλίας από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα». 

Ηγετικό στέλεχος της ομογένειας Ιταλίας, ιδρυτικό μέλος της κοινότητας Νάπολης και πρώην Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων και Αδελφοτήτων Ιταλίας, το 2014 προώθησε την ίδρυση της Φιλελληνικής Εταιρείας Ιταλίας. Είναι Επίτιμο Μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ» (2023) και Επίτιμο Μέλος της Φιλελληνικής Εταιρείας Ιταλίας (2024).

Ήταν ο εμπνευστής και ο πρωτεργάτης της καθιέρωσης της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας, παρουσιάζοντας στην Ελληνική Βουλή το 2014 την σχετική πρόταση σε συνεδρίαση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Ελληνισμού της Διασποράς και Μορφωτικών Υποθέσεων. Από το 2016 είναι ο συντονιστής στη Νάπολη των εκδηλώσεων για την Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας (9 Φεβρουαρίου).  

Διοργανωτής Ημερίδας και Επιμελητής της Έκθεσης “Μισή Χιλιετία του Νεώτερου Ελληνισμού στη Νάπολη” (Νάπολη, Γενικά Αρχεία του Κράτους, Ιούνιος/Σεπτέμβριος 2015).

Μετά από προσπάθειες είκοσι ετών και με δική του προτροπή, ο Δήμος της Νάπολης επανέφερε, το 2015, την ιστορική Oδό των Ελλήνων (Via dei Greci) την οποία είχε καταργήσει ο Μουσολίνι. 

Διοργανωτής της επετειακής παράλληλης έκθεσης «1821/2021: Νάπολη και Ελληνική Παλιγγενεσία» στη Νάπολη, στην Αθήνα και στη Λευκωσία (Μάρτιος/Δεκέμβριος 2021), με κοινά εκθέματα του Κρατικού Αρχείου της Νάπολης, των Γενικών Αρχείων του Κράτους της Ελλάδος και της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών. 

Το 2024 έλαβε τον «Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής» που του απένειμε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας κα Σακελλαροπούλου, για την πολυετή προσφορά του στην εκπαίδευση, τον πολιτισμό και τη διατήρηση και διάδοση της ελληνικής γλώσσας.

Το 2024 έλαβε επίσης το Βραβείο ΑΡΓΩ 2024 Προσφοράς στα Κοινά που του απένειμε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας κα Σακελλαροπούλου, σε εκδήλωση στην Ακαδημία Αθηνών.

Η συνέντευξη

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πρέπει να νοιώθετε πολύ περήφανος καθότι η ιδέα και πρότασή σας από το έτος 2014, ένδεκα χρόνια μετά καταξιώθηκε διεθνώς. Πως φτάσατε στην επιτυχία; 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η σημαντική απόφαση της ΟΥΝΕΣΚΟ ήταν επιστέγασμα διαχρονικών συλλογικών προσπαθειών και συνεργειών. Δεν ήταν καθόλου εύκολο το εγχείρημα αυτό. Ειλικρινά το 2014 δεν περίμενα ότι θα είχαμε τέτοια ανταπόκριση και επιτυχία.

Βέβαια την επιτυχία αυτή την χρωστάμε προπάντων στα καλά συναπαντήματα.

Ήταν μια ιδέα που αγκαλιάστηκε, ενθουσίασε, γοήτευσε, συσπείρωσε. Θεώρησα χρέος μου να το ζητήσω το 2014.

Ήμουνα τότε πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων και Αδελφοτήτων Ιταλίας.

Ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει, ἀνεξερεύνητον ἐὸν καὶ ἄπορον μας λέει ο Ἡράκλειτος.

Αυτή η φράση του Ηράκλειτου, «Αν δεν ελπίζεις το απίθανο, δεν θα το βρεις, γιατί είναι ανεξερεύνητο και απρόσιτο», είναι μια πρόσκληση να ξεπεράσουμε τα όρια της λογικής και της κοινής εμπειρίας και να αναζητήσουμε αυτό που θεωρούμε απρόσιτο.

Τώρα που αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η ιδέα στέριωσε, ανδρώθηκε,  έγινε πραγματικότητα και ότι η Παγκόσμια Ημέρα τιμάται πια σε όλο τον κόσμο, αισθάνομαι περήφανος και συγκινημένος.

Η αφετηρία της ιδέας ήταν βέβαια από τη Νότια Ιταλία που, επιτρέψτε μου να πω, αποδείχτηκε λίγο μεγαλύτερη από την Ελλάδα. 

2014 είναι η χρονιά που όλα ξεκίνησαν. Από τη Νάπολη της Ιταλίας. 

Είναι πράγματι πολύ σημαντικός ο τόπος, ο χρόνος και ο χώρος όπου συλλαμβάνονται οι ιδέες. 

Ήταν η χρονιά που η Ιταλία είχε  κινητοποιηθεί για τη στήριξη της κλασσικής παιδείας και των κλασσικών λυκείων με το σύνθημα ¨οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν είναι άχρηστες¨.

Το 2014 λοιπόν σκεπτόμασταν με κάτι φίλους εκπαιδευτικούς της Νάπολης να ζητήσουμε την αναγνώριση της κλασσικής παιδείας ως άυλης κληρονομιάς της ανθρωπότητας.

Αλλά πολύ γρήγορα προσγειωθήκαμε και συνειδητοποιήσαμε ότι οι αρχαίοι κλασσικοί είχαν γίνει αντικείμενα φόβου. Και ότι στην Αμερική ορισμένα αρχαία ελληνικά και ρωμαϊκά κείμενα είχαν αποκλειστεί εντελώς από τον κανόνα και τη διδασκαλία, προειδοποιώντας τους νέους να μην διαβάζουν αυτά τα έργα, επειδή περιείχαν ρατσιστικό περιεχόμενο και άλλες ανοησίες. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται cancel culture (kansel kulcher), με άλλα λόγια  κίνημα για την διαγραφή αυτής της αρχαίας λογοτεχνίας και σκέψης. 

Και μια μέρα ακούγοντας στο γαλλικό ραδιόφωνο ότι οι Γάλλοι γιόρταζαν κάθε χρόνο την ημέρα της γαλλοφωνίας, σκέφτηκα να τολμήσω ένα επιπλέον δύσκολο εγχείρημα, να ζητήσω να καθιερωθεί η Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνοφωνίας.

Έτσι  με τα καλά συναπαντήματα   και χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία αυτή η ιδέα απέκτησε έναν δικό της ρυθμό και ξεπετάχτηκε σε όλο τον κόσμο.

Έτσι η  τολμηρή και φιλόδοξη πρόταση της καθιέρωσης σιγά σιγά μεταμορφώθηκε σε μια θαρραλέα κοινή προσπάθεια.

Πολλές φορές αρκεί μια σπίθα, μια καλή ιδέα για να συσπειρωθεί μια ομάδα πρωτοπόρων.

ΕΡ.: Δηλώσατε, ότι με τη διεθνή αυτή αναγνώριση η γλώσσα μας αναβαθμίζεται θεσμικά σε εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας, προσδίδει κύρος στην Ελλάδα με ορατά πολλά οφέλη για τη χώρα μας;

ΑΠ.: Η γλώσσα μας με την διεθνή αυτή αναγνώριση αυτή αναβαθμίζεται σε ένα δυναμικό εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας.

Μια τέτοια επιτυχία βέβαια, απαιτούσε  όραμα και αγώνα συνεχή.

Η ιστορική αυτή διεθνής αναγνώριση είναι για την Ελλάδα, για τους Ομογενείς και Φιλέλληνες, πηγή αισιοδοξίας, χαράς και υπερηφάνειας, αλλά ταυτόχρονα και μεγάλης ευθύνης:  να διατηρήσουμε, με όλες μας τις δυνάμεις, τη γλώσσα μας, αυτό το μοναδικής σημασίας πολιτισμικό αγαθό.

Είμαι πεπεισμένος ότι η καθιέρωση αυτής της Παγκόσμιας Ημέρας θα έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην αναβάθμιση του διαχρονικού Ελληνικού Πολιτισμού σε διεθνές πεδίο, ιδιαίτερα σήμερα με δεδομένη την τάση συρρίκνωσης και συμπίεσης των ΄μικρών΄ γλωσσών.

Η υποστήριξη στο εγχείρημα

ΕΡ.: Κύριε Κορίνθιε. Φανταζόμαστε σε αυτό το εγχείρημα πέρα της Ελληνικής πολιτείας και της Ακαδημαϊκής Κοινότητας, θα είχατε υποστήριξη από τις Ομογενειακές μας Οργανώσεις, τους Φιλέλληνες και όχι μόνο;

ΑΠ.: H πρότασή μου της καθιέρωσης προκάλεσε το 2014 μεγάλο αντίκτυπο στην Ομογένεια και στους φιλελληνικούς κύκλους.

Το αίτημα της καθιέρωσης της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας αγκαλιάστηκε από την Ομογένεια, τα Κλασσικά Λύκεια και τους Φιλελλήνων της Ιταλίας.

Μια μεγάλη κινητοποίηση ξεκίνησε από τη Νάπολη, εκεί ήταν η έδρα της ΟΕΚΑΙ, και τα κλασσικά σχολεία της, που ενθουσιάστηκαν αμέσως,  και από εκεί απλώθηκε σε όλη την Ιταλία, κι από την Ιταλία στην Ελλάδα, στην Κύπρο, και σε όλες τις ηπείρους με ομογενειακές παροικίες.

Στήριξαν ευθύς εξαρχής αυτή την προσπάθεια η Ελληνική Πρεσβεία στη Ρώμη, η ΓΓΑΕ, η ΚΕΔΕ, o Δήμος της Νάπολης, η Ορθόδοξη Μητρόπολη Ιταλίας, ο ΦΣ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ, το διηπειρωτικό δίκτυο Πατρίδα μας η γλώσσα¨, η Ελληνική Βιβλιοθήκη της Νότιας Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες, το δίκτυο Ομογενών και Εκπαιδευτικών SINTONIA της Νάπολης.  Και όχι μόνο αυτοί.

ΕΡ.: Πετύχατε να ανατρέψετε την άποψη κάποιων ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν είναι άχρηστες αλλά τουναντίον; 

ΑΠ.: Σήμερα, δυστυχώς, θεωρούνται «άχρηστες» οι γνώσεις που δεν ευνοούν άμεσα κέρδη.

Η κλασσική παιδεία είναι η μήτρα της ελεύθερης και κριτικής σκέψης και η αποδόμηση της κλασσικής παιδείας  στην Ευρώπη μόνο κακό μπορεί να κάνει στον πολιτισμό μας.

«Οι ανθρωπιστικές επιστήμες μας επιτρέπουν να μάθουμε να διαβάζουμε, να έχουμε κριτική σκέψη,  να αξιολογούμε και να οξύνουμε το βλέμμα μας, να συσχετίζουμε.

Η έξωση των Αρχαίων  Ελληνικών  στα σχολεία οπωσδήποτε δεν συνιστά προοδευτισμό.

O Nuccio Ordine ,συγγραφέας του βιβλίου «Η χρησιμότητα του άχρηστου» εξηγεί στο βιβλίο του αυτό ότι οι λεγόμενες «άχρηστες» γνώσεις είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός μας και ότι οι κλασσικές σπουδές μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή.

ΕΡ.: Μέσω του Διηπειρωτικού Δικτύου «Πατρίδα μας η Γλώσσα» στο οποίο συμμετέχετε  και το οποίο  αποτελεί μια πολιτισμική σύμπραξη με σειρά αξιόλογων ακαδημαϊκών, εκπαιδευτικών, φοιτητών,  και πολιτιστικών φορέων του ελληνισμού και του φιλελληνισμού από όλο τον κόσμο, θεωρείται ότι θα στηριχθεί η ελληνομάθεια, η αριστεία και η Ελληνική Γλώσσα θα διδάσκεται ακόμα περισσότερο σε όλο τον κόσμο;

ΑΠ.: Η απόφαση της UNESCO δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία: Εργάστηκαν για αυτήν ακαδημαϊκοί από πολλές χώρες του κόσμου, ομογενειακές ενώσεις και οι αρμόδιες υπηρεσίες του ελληνικού κράτους, με αποτέλεσμα η οικουμενικότητα της ελληνικής γλώσσας να  αναγνωριστεί διεθνώς.

Η διεθνής αυτή αναγνώριση ανοίγει έναν δρόμο ευθύνης: να ενισχύσουμε τη διάχυση, τη διδασκαλία και τη ζωντανή διεθνή παρουσία της ελληνικής σε σχολεία, πανεπιστήμια, πολιτιστικούς φορείς, συνέδρια και ψηφιακά περιβάλλοντα. 

ΕΡ.: Υπήρξε συμβολή και υποστήριξη της ΑΧΕΠΑ στην πρωτοβουλία σας;

ΑΠ.: Η ΑΧΕΠΑ Ελλάδος και Ευρώπης το 2021 έθεσε ως κορυφαία εθνική προτεραιότητα τη στήριξη αυτής της πρότασης, σύμφωνα με τον καταστατικό της σκοπό, που είναι: Η προβολή και προώθηση του Ελληνισμού σε όλο τον Κόσμο και  η ενίσχυση της Παιδείας.

ΕΡ.: Κύριε καθηγητά. Εδώ στα ριζά του φωτοδότη και ιερού βουνού της οικουμένης του Ολύμπου, ποιο είναι το μήνυμά σας για το μέλλον της Ελληνικής Γλώσσας η οποία θεωρείται ως η γλώσσα με την οποία συντέθηκαν διαχρονικά τα περισσότερα θεμελιώδη επιστημονικά και φιλοσοφικά κείμενα; 

ΑΠ.: Η απόφαση αυτή χάραξε έναν δρόμο ευθύνης για όλους μας: να ενισχύσουμε σε όλες τις ηπείρους τη διάχυση, τη διδασκαλία και τη ζωντανή διεθνή παρουσία της ελληνικής γλώσσας.

Καιρός να αναλογιστούμε το βαρύ φορτίο που κουβαλάμε στις πλάτες μας, συνειδητοποιώντας τον γλωσσικό θησαυρό που καλούμαστε να διαχειριστούμε στην καθημερινότητά μας μιλώντας και γράφοντας με ποιότητα.

Η απόφαση της ΟΥΝΕΣΚΟ μας δίνει την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε την αξία της γλώσσας μας, να την σεβαστούμε όσο της αξίζει, και να προχωρήσουμε σε δράσεις βέλτιστης αξιοποίησης αυτής της αναγνώρισης.

Έχουμε ιδιαίτερα σήμερα το χρέος να διατηρήσουμε, να στηρίξουμε, να σεβαστούμε και να διαδώσουμε τη γλώσσα μας, η οποία ταυτίζεται με τη βαθύτερη ουσία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και αποτελεί διαχρονικό στοιχείο θαυμασμού.