Ιωάννης Ιντζές: Τι γλώσσα μιλούσε ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης;
του Ιωάννη Ιντζέ *
Πρόσφατα ο Αλβανός Πρωθυπουργός δήλωσε ότι οι Έλληνες δεν είναι απόγονοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Δηλώσεις υποτιμητικές και ανυπόστατες, οι οποίες προκάλεσαν ποικίλες αντιδράσεις και είχαν ως αποτέλεσμα την ανασκευή τους από τον ίδιο τον Έντι Ράμα.
Το θέμα της καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων έρχεται περιοδικά στην επικαιρότητα. Ο Γιάκομπ Φαλμεράγιερ δήλωνε τον 19ο αιώνα «ότι δεν υπάρχει ούτε στάλα αρχαίου ελληνικού αίματος στους (τότε) Έλληνες». Αλλά και σύγχρονοι πολιτικοί (π.χ. Κυριάκος Μητσοτάκης) θεωρούν ότι είμαστε ένα Έθνος με ιστορία 200 χρόνων, μια δήλωση που δεν την ανασκεύασε παρά τις διάφορες αντιδράσεις.
Στο παρόν άρθρο δεν θα επιδοθούμε σε γενεαλογίες και επιστημονικές αναλύσεις (πχ. DNA) για να ανασκευάσουμε τέτοιες δηλώσεις. Θα δούμε μόνο ποια γλώσσα μιλούσε ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης και ποια γλώσσα μιλάμε εμείς σήμερα, 2.500 χρόνια μετά.
«Κάθε λαός», όπως αναφέρει και ο Καθηγητής γλωσσολογίας Μπαμπινιώτης «συλλαμβάνει τον κόσμο της πραγματικότητας με έννοιες και τον εκφράζει με σημασίες. Μετατρέπει την νόηση σε γλώσσα για να μιλήσει μέσω αυτής για τον κόσμο».
Η γλώσσα λοιπόν, πέρα από μέσο επικοινωνίας είναι κυρίως φορέας φιλοσοφίας, επιστήμης, πολιτικής σκέψης και αναζήτησης. Και η ελληνική γλώσσα είναι μία γλώσσα που εδώ 30 και πλέον αιώνες ομιλείται και γράφεται σε αυτήν εδώ την μεριά του κόσμου που καλείται Ελλάδα.
Μια γλώσσα από την οποία η διεθνής επιστημονική κοινότητα σχημάτισε τους περισσότερους όρους σε όλους τους τομείς της επιστήμης, όπως την ιατρική, την φιλοσοφία την φυσική, την τεχνολογία και κυρίως την θεολογία.
Η ελληνική γλώσσα απέκτησε μεγάλο κύρος διεθνώς ως η γλώσσα της Καινής αλλά και της Παλαιά Διαθήκης, των μεγάλων πατέρων της Ορθοδοξίας, αλλά και της υμνογραφίας και της εκκλησιαστικής λατρείας (πχ. Θεία Λειτουργία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Μεγάλου Βασιλείου). Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με μελέτες για την «ενότητα της ελληνικής γλώσσας», από τις 4.900 λέξεις της Καινής Διαθήκης, μόνο οι 400 δεν είναι κατανοητές σήμερα από τον απλό λαό. Το γεγονός δηλαδή ότι μπορούμε να διαβάζουμε και να κατανοούμε κείμενα που γράφηκαν πριν από 2.000 χρόνια, δείχνει τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας στην ιστορική της διαδρομή.
Αλλά και στα ομηρικά έπη (Ιλιάδα Οδύσσεια) που γράφηκαν αρκετά νωρίτερα, περί τον 8ο π.Χ. αιώνα, βρίσκουμε λέξεις που χρησιμοποιούμε μέχρι και σήμερα, όπως άνεμος, αγορά, αλάτι, αμπέλι, αρμέγω, αγαπώ, ακούω και πολλές άλλες.
Τα ανεπανάληπτα σε σύλληψη, βάθος και πλούτο ιδεών κείμενα των μεγάλων Ελλήνων στοχαστών επέδρασσαν γλωσσικά και σε όλο τον κόσμο, αφού «οι ιδέες έχουν ως όχημα τις λέξεις». Όπως έχει γράψει ο μεγάλος Βρετανός ιστορικός R.H. Robins «Με τους Έλληνες, όσο με κανέναν άλλον αρχαίο ή σύγχρονο πολιτισμό, ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται μία αναντίρρητη πνευματική συγγένεια».
Μια γλώσσα που διδάχθηκε και ο Μέγας Αλέξανδρος από τον μεγάλο φιλόσοφο Αριστοτέλη, έχοντας ως βασική ύλη τα ομηρικά έργα και τα κείμενα των μεγάλων “τραγικών” φιλοσόφων. Αυτή η εκπαίδευση έδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Μεγάλου Στρατηλάτη.
Αυτήν την γλώσσα λοιπόν την ελληνική, με την εξέλιξη την οποία υπέστη στο πέρασμα των χρόνων, μιλάμε και εμείς σήμερα.
Στις 12 Νοεμβρίου 2025 στην 43η Γενική Διάσκεψη της UNESCO αποφασίσθηκε η ανακήρυξη της 9ης Φεβρουαρίου, ως Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας. Μια πολύ σημαντική διάκριση, με την οποία αναγνωρίζεται η οικουμενικότητα και η διαχρονικότητα της ελληνικής γλώσσας και ο πρωταγωνιστικός της ρόλος στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη παρέχει στη χώρα μας μια μοναδική ευκαιρία για να αξιοποιήσει την ελληνική γλώσσα ως στρατηγικό πλεονέκτημα, ως ισχυρό εργαλείο ήπιας ισχύος (soft power), και ως μέσο άσκησης διεθνούς επιρροής, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης.
Αντίστοιχα έχουν πράξει άλλες χώρες, όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Ρωσία, η Ισπανία, η Κίνα, οι οποίες μέσω της ίδρυσης ιδρυμάτων Γλώσσας, (πχ. Βρετανικό Συμβούλιο, Γκαίτε, Πούσκιν, Θερβάντες) χρησιμοποιούν τις γλώσσες τους για να διαμορφώσουν και να προωθήσουν πολιτισμικά και αξιακά πρότυπα και ιδέες.
Αντίστοιχα ενεργεί και η Τουρκία, μέσω του κρατικού Ινστιτούτου Yunus Emre με σκοπό τη διεθνή προώθηση της γλώσσας, του «πολιτισμού», της ιστορίας και της τέχνης της.
Αντίθετα η Ελλάδα, έχοντας μία μοναδική γλώσσα, δεν έχει ένα διεθνούς εμβέλειας Εθνικό Ίδρυμα Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού που θα μπορούσε να προβάλει την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, μέσω παραρτημάτων και πολιτιστικών κέντρων σε σημαντικές γεωπολιτικά χώρες.
Για το θέμα αυτό έχει κατατεθεί σχετική ΕΡΩΤΗΣΗ (ΑΠ: 2192/7-1-2026) από τον Πρόεδρο της ΝΙΚΗΣ Δημήτριο Νατσιό, προς τα Υπουργεία Πολιτισμού, Εξωτερικών και Παιδείας, για την ανάδειξη και ενίσχυση της σπουδαιότητας της ελληνικής γλώσσας ως οικουμενικής και διαχρονικής, αλλά και για να εξετασθεί η ίδρυση ενός Εθνικού Ιδρύματος Ελληνικής Γλώσσας.
Η γλώσσα μας είναι συνυφασμένη με την ιστορία μας, την πολιτισμική μας κληρονομιά, την ταυτότητά μας. Είναι ένα μοναδικό πολιτισμικό υπερόπλο, που πρέπει να το αξιοποιήσουμε όχι μόνο για το δικό μας καλό, αλλά και για το καλό της ανθρωπότητας, που υποφέρει από τη σύγχυση, τη βία και τον πόλεμο.
«Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου» έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης.
Μιλάμε και γράφουμε και αισθανόμαστε την γλώσσα του Ομήρου του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Την γλώσσα των Ευαγγελίων.
Και έχουμε εθνικό συμφέρον και καθήκον να συνεχίσουμε να το κάνουμε.
—————————–
* Ο Ιωάννης Ιντζές είναι Αντιστράτηγος ε.α. απόφοιτος της Σχολής Εθνικής Άμυνας και κάτοχος Μεταπτυχιακού στην «Εφαρμοσμένη Στρατηγική και τη Διεθνή Ασφάλεια». Είναι Διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Προέδρου της ΝΙΚΗΣ και Επιστημονικός Συνεργάτης στην Βουλή, Υπεύθυνος του Τομέα Εθνικής Άμυνας και αναπληρωματικό μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής.
Ιωάννης Ιντζές: Τι γλώσσα μιλούσε ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης;