Κωνσταντίνος Κουτρούπας: Μια κυβέρνηση πάνω από το Σύνταγμα;
Από την άρση της μονιμότητας μέχρι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και την υπόθεση Τριαντόπουλου, διαμορφώνεται σταθερά μια νέα “κανονικότητα”: αυτή της παράκαμψης των θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος.
Το Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν αποτελεί απλώς σύνολο τυπικών διατάξεων, αλλά τη θεσμική ραχοκοκαλιά του κράτους δικαίου. Η προσήλωση σε αυτό δεν είναι επιλογή ή πολιτική ευχέρεια – είναι υποχρέωση. Κι όμως, τα τελευταία χρόνια, παρακολουθούμε με ανησυχία τη σταδιακή εμπέδωση μιας νέας μορφής διακυβέρνησης: της παρασυνταγματικής διακυβέρνησης, όπου οι θεσμικές εγγυήσεις κάμπτονται στο όνομα του “ρεαλισμού”, της “ανάγκης” ή της πολιτικής σκοπιμότητας.
Άρση μονιμότητας χωρίς αναθεώρηση;
Το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζει ρητά: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι μόνιμοι, εφόσον οι θέσεις τους υπάρχουν». Η μονιμότητα δεν είναι ένα συνδικαλιστικό κεκτημένο, αλλά μια δημοκρατική εγγύηση. Σκοπός της είναι να προστατεύει τη διοίκηση από πολιτικές πιέσεις και κομματικές παρεμβάσεις.
Το βασικό πρόβλημα όμως είναι ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ξεκινήσει η συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία αναθεώρησης (άρθρο 110), που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση περί αλλαγής της μονιμότητας. Το να ανοίγει η κυβέρνηση δημόσια συζήτηση για άρση της μονιμότητας, χωρίς να έχει καν ξεκινήσει η διαδικασία αναθεώρησης, αποτελεί ευθεία καταστρατήγηση του συνταγματικού κράτους δικαίου.
Δεν πρόκειται για τεχνικό ή διοικητικό ζήτημα. Πρόκειται για ευθεία υπονόμευση της θεσμικής ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης. Το να προτείνεται κατάργηση μιας συνταγματικής εγγύησης χωρίς να τηρείται η προβλεπόμενη διαδικασία αναθεώρησης δεν είναι “μεταρρύθμιση” – είναι θεσμική εκτροπή.
Η σιωπηλή ακύρωση του άρθρου 16
Ο νόμος 5094/2024, με τον οποίο επιτράπηκε η λειτουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα, παρουσιάστηκε ως “προσαρμογή στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα”. Στην ουσία όμως συνιστά άμεση παράκαμψη του άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει ρητά την ίδρυση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από ιδιώτες.
Αντί να τεθεί σε δημόσια και θεσμική κρίση μέσω της διαδικασίας αναθεώρησης –όπως έγινε στο παρελθόν–, η κυβέρνηση προτίμησε να υπερκεράσει το Σύνταγμα με ερμηνευτικές ακροβασίες και πολιτικές κατασκευές. Είναι αυτό κράτος δικαίου; Ή μήπως μια νέα, νομιμοφανής μορφή θεσμικής παραβίασης;
Η υπόθεση Τριαντόπουλου και η αποδυνάμωση της κοινοβουλευτικής δικαιοσύνης
Η κορύφωση αυτής της θεσμικής διολίσθησης εντοπίζεται στην υπόθεση Τριαντόπουλου. Το άρθρο 86 του Συντάγματος προβλέπει ρητά τη διαδικασία ελέγχου ευθυνών υπουργών μέσω Προανακριτικής Επιτροπής της Βουλής. Δεν είναι δικαίωμα του παραπεμφθέντος να επιλέξει αν αυτή η διαδικασία θα τηρηθεί – είναι συνταγματική υποχρέωση. Παρόλα αυτά, η κυβερνητική πλειοψηφία έκανε ακριβώς αυτό: παρέκαμψε την κοινοβουλευτική διερεύνηση και οδήγησε την υπόθεση απευθείας στο Δικαστικό Συμβούλιο, μέσα από μια σύντομη και κλειστή διαδικασία.
Αυτό δεν είναι πράξη “γενναιότητας”, όπως επιχείρησαν να το παρουσιάσουν. Είναι πράξη που στερεί από τη δημοκρατία το οξυγόνο του θεσμικού ελέγχου και καταλύει τη διαφάνεια. Ουσιαστικά, η κυβέρνηση αρνήθηκε να επιτρέψει σε μια κοινοβουλευτική επιτροπή να κάνει τη δουλειά της. Και αυτό είναι πρωτοφανές.
Η ανάγκη εγρήγορσης
Τα παραπάνω δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι κομμάτια ενός συνεκτικού μοτίβου: του τρόπου με τον οποίο μια πολιτική εξουσία αντιμετωπίζει το Σύνταγμα όχι ως δεσμευτικό πλαίσιο, αλλά ως ερμηνευτικό εμπόδιο. Το κράτος δικαίου δεν καταλύεται πάντα με θεαματικά πραξικοπήματα. Πιο συχνά καταλύεται σιωπηρά, θεσμικά, “νόμιμα” – αλλά αντισυνταγματικά.
Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή, δεν αρκεί να υπερασπιστούμε κάποιες διατάξεις. Πρέπει να υπερασπιστούμε το ίδιο το νόημα του Συντάγματος ως εγγύηση για όλους. Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος καταστρατηγεί το Σύνταγμα σήμερα. Είναι ποιος θα προστατεύσει τη Δημοκρατία αύριο.