Γράφει ο Θόδωρος Δημητριάδης

 

«Θα πάρετε ανάσα» λένε αυτοί – και οι προηγούμενοι – που μας κυβέρνησαν.

Ποιοι;

Αυτοί που μας χρεοκόπησαν, που μας έκαναν φτωχούς, άνεργους, απελπισμένους. Αυτοί που πετσόκοψαν μισθούς και συντάξεις. Αυτοί που κατάργησαν τα εργατικά δικαιώματα. Αυτοί που έδιωξαν 700.000 νέους μας στην ξενιτιά. Που ξεπούλησαν για 99 χρόνια την πατρίδα μας. Που οδήγησαν στην αυτοκτονία χιλιάδες, που μας έκλεψαν την ελπίδα και την αξιοπρέπεια μας.

Κι έχουν το θράσος και να μας δουλεύουν από πάνω.

Σαν τον κακό αγά.

Τον καιρό, λοιπόν, της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα ήταν ένας πολύ κακός αγάς που καταπίεζε τους υπόδουλους Έλληνες. Χαράτσια, καταναγκαστικές εργασίες, κατάσχεση τα χωράφια, φόροι, εξαθλίωση, εξευτελισμοί, φόβος, απελπισία.

Μια μέρα μερικοί δεν άντεξαν άλλο, αγανάκτησαν και άρχισαν να διαμαρτύρονται δημόσια.  Όταν το έμαθε ο αγάς, φώναξε τον αξιωματικό του.

–  Γιατί φωνάζουν αυτοί και διαμαρτύρονται;

– Λένε ότι καταπιέζονται και θέλουν δικαιοσύνη και ελευθερία.

– Πήγαινε πιάσε αυτούς που φωνάζουν πιο πολύ και χώσε τους μέσα στην πιο στενή φυλακή.

Ο αξιωματικός, πράγματι, πήγε συνέλαβε έναν και τον έκλεισε στην πιο στενή φυλακή – ένα μπουντρούμι χωρίς παράθυρο, χωρίς κρεβάτι, χωρίς τίποτα, διαστάσεων  1 x 1 ½ μ. Μόλις ο υπόδουλος Έλληνας κλείστηκε στη φυλακή αυτή, άρχισε να φωνάζει ακόμα περισσότερο,

– Αυτό είναι αδικία! Είναι παράνομο, αντισυνταγματικό και παράλογο!

Τον άκουσε ο αγάς, και ξαναφώναξε τον αξιωματικό,

– Πήγαινε τώρα, πιάσε άλλους δύο, και χώσ’ τους κι αυτούς στην ίδια φυλακή.

Ο αξιωματικός, πράγματι, πήγε συνέλαβε άλλους δύο και τους έκλεισε κι αυτούς μέσα. Μόλις έγιναν τρεις μέσα στη στενή φυλακή, άρχισαν να φωνάζουν ακόμα περισσότερο,

Αυτό είναι σκέτη εξαθλίωση! Δεν μπορούμε ούτε καν να κουνηθούμε σανάνθρωποι!

Τους άκουσε ο αγάς, και ξαναφώναξε τον αξιωματικό,

– Πήγαινε τώρα, πιάσε άλλους δύο, και χώσ’ τους κι αυτούς στην ίδια φυλακή.

Ο αξιωματικός, πράγματι, πήγε συνέλαβε άλλους δύο και τους έκλεισε κι αυτούς μέσα. Μόλις έγιναν πέντε μέσα στη στενή φυλακή, άρχισαν να φωνάζουν ακόμα περισσότερο,

– Αυτή η κατάσταση είναι απαράδεκτη. Άλλα μας έλεγε ο αγάς στην αρχή κι άλλα κάνει τώρα. Αυτό είναι σκέτη κωλοτούμπα. Αν συνεχίσει έτσι, ποιος θα δουλεύει στα χωράφια; Σιγά-σιγά θα ρημάξουν, θα φύγουν τα παιδιά μας στην ξενιτιά, θα μειωθεί η παραγωγή, θα χάσει και τους φόρους που εισπράττει. Και ποιος θα φροντίσει τα παιδιά και τις οικογένειές μας; Ντροπή του! Ούτε τους  γονείς μας σέβεται ούτε το μέλλον των παιδιών μας…

Τους άκουσε ο αγάς, και ξαναφώναξε τον αξιωματικό,

– Πήγαινε τώρα, πιάσε άλλους τρεις, και χώσ’ τους κι αυτούς στην ίδια φυλακή.

Ο αξιωματικός, πράγματι, πήγε συνέλαβε άλλους τρεις και τους έκλεισε κι αυτούς μέσα. Έγιναν οκτώ μέσα στη στενή φυλακή, ο ένας πάνω στον άλλο σαν παστωμένες σαρδέλες. Τώρα πια δεν είχαν δύναμη ούτε να φωνάξουν, ούτε καν να μιλήσουν, μόλις που μπορούσαν να αναπνεύσουν και να κουνούν λίγο το κεφάλι. Σε λίγη ώρα ένας λιποθύμησε κι ένας άλλος άρχισε να μοιρολογάει. Η κατάσταση μέσα στη στενή φυλακή γινόταν όλο και πιο δραματική.

Πέρασαν έτσι μερικές μέρες εξαθλίωσης και μαύρης απελπισίας. Οι φυλακισμένοι ήταν σχεδόν μισοπεθαμένοι. Τότε ο αγάς φώναξε τον αξιωματικό.

– Πήγαινε τώρα και βγάλε έξω δύο από τους οκτώ.

Πράγματι, ο αξιωματικός πήγε και απελευθέρωσε δύο. Μόλις αραίωσαν κάπως και απέμειναν έξι, άρχισαν να δείχνουν κάποια σημάδια ζωής, να αναπνέουν σχεδόν κανονικά, να κινούνται στοιχειωδώς.

Και τότε, κάποιος από αυτούς είπε στους άλλους,

– Να είναι καλά ο αγάς μας! Είδατε τι καλός που είναι, τελικά;