Ο ηθοποιός Τάσος Τζιβίσκος στο «Πες το στην Μαρία»
Συνέντευξη στην Μαρία Ιωαννίδου

Στο «Πες το στη Μαρία» φιλοξενούμε έναν ηθοποιό που έχει ξεχωρίσει για την αλήθεια του, την αφοσίωση στη δουλειά του και την έντονη παρουσία του, τόσο στο θέατρο όσο και στην τηλεόραση.
Ο Τάσος Τζιβίσκος είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν χρειάζεται να «φωνάξουν» για να τραβήξουν προσοχή – η ατμόσφαιρα και η ειλικρίνειά του κάνουν τη δουλειά από μόνες τους.
Με σταθερά βήματα, βαθιά αγάπη για την υποκριτική και μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στους ανθρώπους και τα ζώα, έχει χτίσει μια πορεία που αξίζει να ακουστεί ή για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι να… διαβαστεί.
Και κάπως έτσι, ξεκινά η κουβέντα μας.
Ερ.: Πώς από ένα παιδί που έκανε σκετσάκια και μιμήσεις πέρασες στην απόφαση να γίνει η υποκριτική «σοβαρή επιλογή» στη ζωή σου;
Απ.: Μάλλον ήταν μια φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Το παιδί που λέτε, αρχικά προσέγγισε την υποκριτική σαν παιχνίδι, αργότερα είδε ότι μέσω αυτής μπορούσε να εκφραστεί, αποφάσισε να την πλησιάσει, να την μελετήσει και τελικά την ερωτεύτηκε. Από τότε δεν την έχει βασική επιλογή όπως λέτε, την έχει βασική ανάγκη.
Ερ.: Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία σου ως νέος ηθοποιός — και ποια στιγμή σε έκανε να πεις «ναι, αξίζει» και να συνεχίσεις;

Απ.: Όταν άρχισαν να έρχονται οι πρώτες “σφαλιάρες”, τα πρώτα απανωτά “όχι” και συνειδητοποίησα τη φύση της δουλειάς. Δεν υπήρξε στιγμή όμως που να αμφέβαλλα για το αν αξίζει.
Ερ.: Έχεις παίξει στη σκηνή, στην τηλεόραση, ακόμη και σε παιδικές παραστάσεις. Ποιο είδος υποκριτικής σε «γεμίζει» περισσότερο. Ποιο σε κάνει να αισθάνεσαι πιο άνετα στη σκηνή — και γιατί;
Απ.: Δεν χωρίζω την υποκριτική σε είδη. Δεν με απασχολεί αν είναι τηλεόραση, θέατρο ή κινηματογράφος. Το κάθε μέσο έχει τις δυσκολίες του και την ομορφιά του.
Ερ.: Ο ρόλος σου στο «Μαύρο Ρόδο» είχε πολλές ανατροπές και σκοτεινές αποχρώσεις. Ανακάλυψες κάτι μέσα από την ερμηνεία ενός χαρακτήρα, που μάλλον απέχει πολύ από τον πραγματικό σου;
Απ.: Ενώ αρχικά φαινόταν ότι ήταν πολλά αυτά που με χώριζαν από τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, όσο περισσότερο ήμουν στη σειρά και όσο μου δινόταν η ευκαιρία να τον εξερευνήσω, ανακάλυψα ότι τελικά είχαμε πολύ περισσότερα κοινά από όσα νόμιζα.
Ερ.: Η συμμετοχή στην παράσταση «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες» έχει ήδη κεντρίσει το ενδιαφέρον. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να πεις το “ναι” σε αυτό το έργο και ποιο στοιχείο του σε ενθουσιάζει περισσότερο πάνω στη σκηνή;
Απ.: Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» είπε το ναι σε μένα ή μάλλον σε μας (εμένα και τον Βαγγέλη Λάσκαρη) και όχι το αντίθετο. Ήταν μια ιδέα που αρχίσαμε να δουλεύουμε με τον Βαγγέλη και στη συνέχεια μπήκε ο Νικόλας (Βασιλειάδης). Το κυνηγήσαμε και κάπου στο δρόμο δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για το χτίσιμο αυτής της παράστασης όπως την βλέπετε σήμερα. Ξεκίνησε από μια παρέα φίλων και αυτό είναι που με ενθουσιάζει ακόμα και τώρα επί σκηνής. Ότι έχει μείνει έτσι. Παρέα. Μόνο που τώρα μπήκαν στην παρέα και ο Πέτρος ο Λαγούτης, η Νικίτα η Ηλιοπούλου, η Μαγδαληνή Μπεκρή, η Αλεξάνδρα Μάγκου ο Μιχάλης Χατζηαναστασίου και κυρίως ο Γιάννης Ζαφειρίου ο παραγωγός μας.
Ερ.: Πιστεύεις ότι ένας νέος ηθοποιός στο ξεκίνημά του, μπορεί να επιβιώσει μόνο από την υποκριτική στην Ελλάδα;
Απ.: Δεν πιστεύω ότι αξίζει απλά να επιβιώνουμε. Αλλά να ευημερούμε και να ανθίζουμε. Είναι δύσκολο; Ναι! Αν το θες πραγματικά όμως, αξίζει να το κυνηγήσεις ασχέτως του τι πιστεύω εγώ!
Ερ.: Τι είναι αυτό που σε κρατάει δημιουργικό μέχρι σήμερα — θέατρο, φωνή, μεταγλώττιση, επαφή με το κοινό;
Απ.: Η ανάγκη μου να δημιουργώ πάνω στην τέχνη μου. Να λέω ιστορίες και να ζω μέσα από τους χαρακτήρες που υποδύομαι. Είτε είναι στο θέατρο, είτε την τηλεόραση, είτε τον κινηματογράφο ή την μεταγλώττιση.
Ερ.: Αυτό το διάστημα υπάρχει κάτι νέο επαγγελματικά; Τι θα ήθελες ιδανικά να είναι το επόμενο βήμα σου; Υπάρχουν πχ κλασικοί ρόλοι που θα ήθελες να ερμηνεύσεις;
Απ.: Αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο το «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Ίσως και κάτι τηλεοπτικά που ωστόσο είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε επ’ αυτού. Δεν στοχεύω σε συγκεκριμένους ρόλους κλασσικούς ή μη.
Ερ.: Ξέρω ότι αγαπάς πολύ τα ζώα και ειδικά τα σκυλάκια. Τι σημαίνει για σένα η σχέση ανθρώπου–ζώου;
Απ.: Από τα ζώα που έχουν περάσει από τη ζωή μου έχω πάρει τα μεγαλύτερα μαθήματα. Ανθρώπους που δεν αγαπούν τα ζώα δεν θα μπορούσα να τους συναναστραφώ.
Ερ.: Υπάρχει στο λεξιλόγιό σου η λέξη «συντροφικότητα»; Αν ναι, πώς την αντιλαμβάνεσαι ενδεχομένως μέσα σε μια σχέση;
Απ.: Θεωρητικά υπάρχει ναι. Στο πλαίσιο μιας σχέσης είναι κάτι που προκύπτει, που χτίζεται, που επιλέγεται συνειδητά κάθε μέρα και από τους δύο.
Ερ.: Έχεις ερωτευτεί ποτέ με ένταση — όχι απλή έλξη, αλλά κάτι που «ταρακούνησε» την ψυχή σου; Τι σημαίνει για σένα ο έρωτας;
Απ.: Σπάνια ερωτεύομαι αλλά όποτε συμβαίνει, έχει αυτή τη μορφή. Τι νόημα έχει ο έρωτας άλλωστε αν δεν ταρακουνάει την ψυχή σου; Αν δε σε βγάζει από τη ρουτίνα σου, αν δε σε ξεσηκώνει;
Ερ.: Αν έπρεπε να ορίσεις την αγάπη με τρεις λέξεις — ποιες θα ήταν;
Απ.: Τρεις λέξεις; Προτιμώ χάριν της αγάπης να σπάσω τους κανόνες και να απαντήσω με τα λόγια του Καζαντζάκη για την αγάπη.
“Τι είναι αγάπη;
Δεν είναι συμπόνια μήτε καλοσύνη.
Στη συμπόνια είναι δύο, αυτός που πονά κι αυτός που συμπονάει.
Στην καλοσύνη είναι δύο, αυτός που δίνει κι αυτός που δέχεται.
Μα στην αγάπη είναι ένα.
Σμίγουν οι δύο και γίνονται ένα.
Δεν ξεχωρίζουν.
Το εγώ και εσύ αφανίζονται.
Αγαπώ θα πει ΧΑΝΟΜΑΙ.”
Ερ.: Αν γύριζες πίσω στα 18 σου — τι θα έλεγες στον εαυτό σου; Υπάρχει κάτι που θα άλλαζες ή κάτι που θα κρατούσες;
Απ.: Δεν θα άλλαζα απολύτως τίποτα. Θα με έπαιρνα μια μεγάλη αγκαλιά και θα μου έλεγα, μου έλειψες, κοίτα να το χαρείς, καλή τύχη.
Ερ.: Τι συμβουλή θα έδινες σήμερα σε ανθρώπους που διστάζουν να ακολουθήσουν τα όνειρά τους — ειδικά όσους πιστεύουν πως «είναι αργά τώρα» ή ότι «δεν θα τα καταφέρουν»;
Απ.: Δε δίνω συμβουλές. Υπάρχει μια σκηνή στο Fight club του Fincher, όπου ο Tyler Durden, χαρακτήρας που υποδύεται ο Brad Pitt, πιάνει έναν τυχαίο τύπο που συναντά σε ένα σοκάκι, του κολλάει ένα πιστόλι στον κεφάλι χωρίς κανένα λόγο και τον ρωτάει, τι θέλει να γίνει, ποιο είναι το όνειρο του! Ο τύπος υποκύπτει στην πίεση του όπλου και απαντάει κτηνίατρος. Τότε ο Tyler Durden του παίρνει την ταυτότητα και του λέει: “Σου χαρίζω τη ζωή αλλά ξέρω ποιος είσαι και που μένεις. Σε έξι εβδομάδες από τώρα θα έρθω να σε βρω κι αν δεν έχεις μπει στη διαδικασία να γίνεις αυτό που ήθελες πάντα να γίνεις, δηλαδή κτηνίατρος, θα χρησιμοποιήσω αυτό το όπλο πάνω σου”. Τον αφήνει. Ο τυπάκος φεύγει πανικόβλητος και όταν ο χαρακτήρας του Edward Norton τον ρωτάει έξαλλος γιατί το έκανε αυτό, τού απαντάει: “Η αυριανή μέρα θα είναι η καλύτερη μέρα της ζωής του τύπου, το πρωινό του θα είναι πιο νόστιμο από ποτέ, πολύ πιο νόστιμο από το δικό σου και το δικό μου”.
Μια ζωή χωρίς όνειρα είναι μια ζωή άχρωμη και άγευστη. Δεν είναι ζωή, είναι θητεία.
Ερ.: Πότε νιώθεις ότι υπάρχει αληθινή επικοινωνία με το κοινό, επί σκηνής;
Απ.: Η επικοινωνία αυτή είναι το ζητούμενο. Αυτό το πάρε-δώσε ενέργειας, ανάμεσα σε ηθοποιούς και κοινό. Δεν ξέρω πότε συμβαίνει, αλλά όταν συμβαίνει είναι μοναδικό συναίσθημα. Είναι κάθαρση και για εμάς επί σκηνής και για τους θεατές. Είναι εθιστικό και σε αυτό αποσκοπεί η δουλειά μου.
Ερ.: Τι είναι κάτι που ο κόσμος ίσως θα εκπλησσόταν να μάθει για εσένα;
Απ.: Δεν έχω ιδέα…
Ερ.: Κλείνοντας, έχεις να διηγηθείς κάποιο παράξενο ή ευτράπελο που σου έχει συμβεί με θαυμάστρια ή θαυμαστή που σε έφερε σε δύσκολη θέση ή σε έκανε να γελάσεις;
Απ.: Συνήθως μέσω των social media εξαντλείται η εφευρετικότητα των εκάστοτε ανθρώπων που με προσεγγίζουν λόγο της δουλειάς μου. Το απρόσωπο τού μέσου αυτού, ενθαρρύνει συμπεριφορές κι ακόμα και εξάρσεις -ας πούμε- θαυμασμού… Έχω να θυμηθώ αρκετά, αλλά αυτό που με είχε φέρει σε δύσκολη θέση, ήταν όταν μια φορά κάποια κοπέλα μου είχε στείλει φωτογραφίες και βίντεο από εμένα να βγάζω το σκύλο μου βόλτα, από την ώρα που βγαίναμε μέχρι που μπαίναμε στο σπίτι. Λογικά μας ακολουθούσε. Μέρες. Για κάθε τέτοιο παράδειγμα όμως υπάρχει και η υγιής προσέγγιση, που συμβαίνει συχνά. Στο δρόμο ή στα social, που πραγματικά τη χαίρομαι.
Τάσο, σε ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για τον χρόνο και την αφοσίωση που έδωσες σε αυτή την κουβέντα.
Ήταν χαρά να σε γνωρίσω μέσα από μια πιο ανθρώπινη, αληθινή πλευρά και εύχομαι ό,τι κι αν ακολουθήσει να σου φέρει δημιουργία, εξέλιξη και όμορφες στιγμές.
Σε ευχαριστώ θερμά που ήσουν μέρος του «Πες το στη Μαρία».