Ενώ η Ελλάδα καταγράφει ιστορικά νούμερα στον τουρισμό, με αφίξεις που ξεπερνούν τα 36 εκατομμύρια επισκεπτών, σχεδόν οι μισοί Έλληνες δηλώνουν ότι φέτος δε θα κάνουν διακοπές.

Το φαινόμενο της «τουριστικής ανισότητας» αναδεικνύεται σε εκτενές ρεπορτάζ του Guardian, το οποίο κάνει λόγο για μια χώρα που προσφέρει πολυτέλεια στους ξένους, αλλά όχι στους πολίτες της.

Το κόστος των διακοπών

Σύμφωνα με τον Τάκη Καλόφωνο, επικεφαλής οικονομικό σύμβουλο στην Ένωση Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας, οι Κυκλάδες και άλλα δημοφιλή νησιά παραμένουν απρόσιτα για τη μέση ελληνική οικογένεια, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων και της διαμονής. Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν την εικόνα, καθώς το 46% των Ελλήνων δεν μπόρεσε να αντέξει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών το 2023, ποσοστό που είναι σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Alco, το κόστος διαμονής, οι τιμές στα εστιατόρια και τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια αποτελούν τους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες. Ακόμη και στα νησιά του Αργοσαρωνικού, η κίνηση εμφανίζεται αισθητά μειωμένη, με εκπρόσωπο πρακτορείου στον Πειραιά να κάνει λόγο για πτώση στις πωλήσεις εισιτηρίων που αγγίζει το 50%.

Πλούσιος τουρισμός, δύσκολη πραγματικότητα

Παρά την εκρηκτική τουριστική ανάπτυξη και τα ιστορικά έσοδα που ξεπέρασαν τα 21,7 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024, η οικονομική πραγματικότητα για τους περισσότερους Έλληνες παραμένει δύσκολη. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε, όμως οι πολίτες βλέπουν το κόστος ζωής να αυξάνεται, ενώ οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι.

Ο καθηγητής Χρήστος Πιτέλης, ειδικός στον τουρισμό, δηλώνει ότι «η μείωση των διαθέσιμων εισοδημάτων καθιστά τις διακοπές μη προσιτές για πολλούς». Όπως περιγράφει με πικρό ρεαλισμό ο Άρης Απικιάν, υπάλληλος καταστήματος στην Αθήνα: «Είμαστε η Ταϊλάνδη της Ευρώπης. Παρέχουμε υπηρεσίες για να τις απολαύσουν άλλοι. Ενώ οι ξένοι ζουν τα όνειρά τους στην Ελλάδα, εμείς βιώνουμε το τέλος».

Με πληροφορίες από Guardian