Το βάρος σχετίζεται με τον κίνδυνο Αλτσχάιμερ και άνοιας με διαφορετικό τρόπο στα δύο φύλα

Το βάρος σχετίζεται με τον κίνδυνο Αλτσχάιμερ και γενικότερα άνοιας με διαφορετικό τρόπο στα δύο φύλα, δείχνει νέα γερμανική επιστημονική έρευνα.

Οι υπέρβαρες γυναίκες κινδυνεύουν λιγότερο, ενώ αντίθετα οι λιποβαρείς άνδρες αρκετά περισσότερο.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Κάρελ Κόστεβ του Τμήματος Επιδημιολογίας της IQVIA στη Φρανκφούρτη, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Journal of Alzheimer’s Disease, ανέλυσαν στοιχεία για σχεδόν 297.000 ανθρώπους με μέση ηλικία 70 ετών.

Η διάγνωση άνοιας (Αλτσχάιμερ, αγγειακής άνοιας κ.α.) συσχετίστηκε με την κατηγορία βάρους κάθε ατόμου με βάση τον δείκτη μάζας σώματος (λιποβαρείς κάτω του 18,5, φυσιολογικοί 18,5-25, υπέρβαροι 25-30 και παχύσαρκοι άνω του 30).

Το ποσοστό λιποβαρών και στα δύο φύλα ήταν 0,9%, των φυσιολογικών 25,5%, των υπέρβαρων 41,5% και των παχύσαρκων 32,1%).

Η πιθανότητα άνοιας μέσα στην επόμενη δεκαετία μειωνόταν σημαντικά ανάλογα με το βάρος, από 11,5% στις λιποβαρείς γυναίκες μέχρι 9,1% στις παχύσαρκες, ενώ στους άνδρες τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν από 12% (λιποβαρείς) έως 8,2% (παχύσαρκοι).

Ειδικότερα για τη νόσο Αλτσχάιμερ, η παχυσαρκία σχετιζόταν αρνητικά (μειωμένη πιθανότητα) τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες.

Στις γυναίκες οι υπέρβαρες είχαν αρνητική συσχέτιση με την πιθανότητα γενικότερα άνοιας, δηλαδή μικρότερο κίνδυνο. Από την άλλη, η μόνη κατηγορία βάρους με σημαντικά θετική συσχέτιση -δηλαδή μεγαλύτερο κίνδυνο- ήταν οι υπερβολικά αδύνατοι (λιποβαρείς).

«Φαίνεται πως στους ηλικιωμένους υπάρχει μια ισχυρή θετική σχέση ανάμεσα στο αφύσικα μικρό βάρος και στην άνοια. Γι’ αυτό, η γνωστική εξασθένηση πρέπει να αξιολογείται τακτικά στους ηλικιωμένους άνδρες με δείκτη μάζας σώματος κάτω του 18,5», σύμφωνα με τους ερευνητές.

«Από την άλλη, τα παραπανίσια κιλά μπορεί να προστατεύουν από άνοια τις υπέρβαρες ηλικιωμένες, μια ένδειξη ότι μια μέτρια αύξηση του βάρους στην τρίτη ηλικία μπορεί να είναι αποδεκτή από άποψη γνωστικής προστασίας», πρόσθεσαν.

Οι ερευνητές τόνισαν πάντως ότι χρειάζονται περαιτέρω μελέτες για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματά τους σε δείγματα και από άλλες χώρες.

 

 

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πηγή: lifo.gr