Το γλυφόνι των Χριστουγέννων ήταν ένα έθιμο που υπήρχε μέχρι και τον περασμένο αιώνα στο χωριό Κρεμαστή της Ρόδου.

Τις τελευταίες δεκαετίες το έθιμο αυτό μπορεί να μην τηρείται, υπάρχει όμως στις μνήμες των ηλικιωμένων κατοίκων του χωριού.

Το συναντούσε κανείς μόνο στην Κρεμαστή και καταγράφηκε από τον λαογράφο της Ρόδου Αναστάσιο Βρόντη, μαζί με εκατοντάδες άλλα έθιμα και, παραδόσεις και μύθους των χωριών του νησιού.

Η καταγραφή του Αναστάσιου Βρόντη για το γλυφόνι των Χριστουγέννων που αναδείχθηκε από τον δημοσιογράφο-συγγραφέα Κωστα Τσαλαχούρη είναι η εξής:

«Την παραμονή των Χριστουγέννων μαζεύονται πεντέξι κορίτσια, φιλενάδες σ’ ένα σπίτι και βάλλουν πάνω σε ένα τραπέζι, ένα πιάτο γεμάτο σιτάρι.

Στη μέση του πιάτου βάλλουν ένα ξερό κλωνάρι γλυφονιού (φλασκούνι, φλισκούνι, μέντα) που το ‘χαν κόψει το Μάιο, αμίλητα και νηστικά.

Αρχίζουν τότε να θυμιάζουν το γλυφόνι αυτό και να λέγουν με κατάνυξη διάφορες προσευχές και να κάμνουν μετάνοιες, παρακαλώντας τον Χριστό που γεννιέται εκείνη τη βραδιά.

Εκεί τα μεσάνυχτα, στο πρώτο λάλημα του πετεινού, όποια κορίτσια είναι καθαρά και θεοφοβούμενα, βλέπουν να κινιέται, σιγά σιγά και να ζωογονείται το γλυφόνι.

Το βλέπουν να χλωραίνει από κατάξερο που ήτο και να πρασινίζη σαν να το ζωογονεί κάποια αόρατη δύναμη. Γίνεται από κατάξερο που ήταν, καταπράσινο, για να τιμήση την Γέννηση του Χριστού, όπως μου είπαν πολλά κορίτσια της Κρεμαστής, που τες ρώτηξα, σχετικά. Και το πρωί πρωί των Χριστουγέννων, ακούεις τα κορίτσια νά ρωτούν εκείνες που φύλαγαν το γλυφόνι.

-Έννοιξε το γλυφόνι σας;

-“Εννοίξαμέν το”, απαντούν με χαράν.

Απ’ αυτό εγεννήθηκε και η φράση των χωρικών μας “Γλυφόνι έγλεπες;” που λέγουν σε όσους αργούν να επιστρέψουν από κάποια δουλειά που τους ανέθεσαν.”

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ