Scroll to top

Κριτική του βιβλίου «Η τελευταία εξομολόγηση» του Δ. Δημηνά από τον Θ. Μπικηρόπουλο


- 22 Απριλίου 2020

  •  

     

    Ο γνωστός δημοσιογράφος και διακεκριμένος συγγραφέας Θεοχάρης Μπικηρόπουλος μου έκανε την εξαιρετική τιμή να μελετήσει με εργώδη επιμέλεια το προσφάτως κυκλοφορήσαν βιβλίο μου «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» (Εκδόσεις ΑΡΜΟΣ) και να εκπονήσει μια αναλυτική και εμπεριστατωμένη παρουσίασή του, που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο (Blog, Facebook κ.α.)

    Με την εγνωσμένη κριτική του αντίληψη επισήμανε τα καίρια προβλήματα που αναδεικνύονται στο πόνημα μου και αφορούν τις συγκρουσιακές ψυχολογικές καταστάσεις, τις επικίνδυνες τάσεις και έξεις και την ξέφρενη ζωή που οδήγησαν σε πρώιμο θάνατο μιας κατά τα άλλα πλούσια προικισμένης πνευματικά και σωματικά ασυμβίβαστης έφηβης. Τα συμπεράσματα και οι υποδείξεις στις οποίες καταλήγει ο Θεοχάρης με αφορμή την πραγματική ιστορία της ηρωίδας του βιβλίου είναι εύστοχες και ωφέλιμες. Του οφείλω θερμές ευχαριστίες.

    Δημήτριος Δημηνάς

     

     

    Ο Θεοχάρης Μπικηρόπουλος για το βιβλίο του Δ. Δημηνά «Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ»

    Στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου ο ομότιμος καθηγητής εγκληματολογίας κ. Γιάννης Πανούσης αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «η αξία της ζωής θυσιάζεται ή εκχωρείται στο όνομα της επιβεβαίωσης της ανθρώπινης ελευθερίας, μιας εσωτερικής ελευθερίας αναζήτησης ακραίων ορίων μέσω μιας προσωπικής θεοδικίας».

    Αυτή ακριβώς η διαπίστωση, διαφαίνεται ξεκάθαρα μέσα από την αφήγηση, στις σελίδες του βιβλίου του κ. Δ. Δημηνά και επιβεβαιώνεται στον επίλογο του έργου.

    Η γοητεία του απαγορευμένου, συγκρούεται συνεχώς με τις «εμβολιασμένες» ηθικές της παιδικής ηλικίας, οδηγώντας στην αυτοκαταστροφή.

    Η πρωταγωνίστρια ζει τις παλινωδίες των έντονων συναισθηματικών και ψυχολογικών συγκρούσεων της εφηβείας. Μόνη.

    Οι ενοχές της άστατης σεξουαλικής ζωής έρχονται σε αντιπαράθεση με τις ηθικές αξίες που έχει καταγράψει στο υπόβαθρο της συνείδησής της στην παιδική ηλικία και το αυστηρό κλειστό, οικογενειακό περιβάλλον.

    Μέσα σε 4 χρόνια, η πανέμορφη, έξυπνη και αριστούχα μαθήτρια, από τα 15 ως τα 19, ζει εναλλάξ, την απόλυτη ευτυχία και την τραγωδία στη ζωή της παλεύοντας με θεούς και δαίμονες, αντιμέτωπη με τα θέλω της κόντρα στα πρέπει της κοινωνίας.Πάλεψε σθεναρά όταν χρειάσθηκε, νίκησε σε πολλές μάχες, στον αγώνα της ζωής.

    Το βιβλίο δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας, ούτε ένα λογοτεχνικό έργο που καταπλήσσει με την πλοκή και τη φαντασία του συγγραφέα. Είναι μια πραγματεία, που καταπλήσσει με την εξιστόρηση μιας αληθινής ιστορίας, που σε κρατάει σε αγωνία μέχρι το τέλος.

    Τα πιο συγκλονιστικά σημεία του, είναι οι μαρτυρίες, τα αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Άννας, που μεταφέρει (με γράμμα bold) ο συγγραφέας, αυτούσια από το ημερολόγιο της πρωταγωνίστριας, που καταμαρτυρούν την ψυχοσύνθεση, τα αισθήματα, τις αγωνίες, τους φόβους και το δράμα της.

    Οι εσωτερικές συγκρούσεις καταγράφονται αποτυπώνοντας τη σκληρή πραγματικότητα. Ακόμη και αυτές τις όμορφες στιγμές πάθους και ηδονής που ζούσε έντονα, ξεδιψώντας τους πόθους της, τις αποκήρυσσε αμέσως μετά γεμάτη ενοχές, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό της συνεχώς, ”αμαρτωλή”.

    Έζησε την εφηβεία, ανάμεσα στις επιθυμίες της και στα πρέπει του κόσμου, της γειτονιάς, της οικογένειας.

    Έζησε με τη σκιά του φόβου: “τι θα πει ο κόσμος”.

    Κάθε φορά που αποδρούσε από αυτή τη φυλακή των “πρέπει και των όχι”, τολμώντας να ζήσει τις κρυφές επιθυμίες της,

    -ίσως επιβεβαιώνοντας τον ναρκισσισμό και την αυταρέσκειά της-

    επέστρεφε μόνη της πίσω από τα σίδερα της φυλακής της, συχνά με την πιο σκληρή τιμωρία στον εαυτό της, με χαρακτηρισμούς που όλοι θεωρούμε ύβρεις.

    Η πρωταγωνίστρια, έδωσε πολλές μάχες.

    Έχοντας στο πλευρό της ελάχιστα άτομα και τη βοήθεια που επέτρεπε η υπερηφάνεια και η αξιοπρέπειά της, από τους άλλους.

    Συνήθως όμως πάλευε μόνη.

    Σε κάθε «αμαρτία» της (όπως η ίδια έλεγε στο ημερολόγιό της), είτε ήταν το σεξ, είτε τα ναρκωτικά, είτε το αλκοόλ, η ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και στο τέλος τα αφροδίσια νοσήματα, προσπάθησε μόνη της, κρυφά, σιωπηλά, να παλέψει, χωρίς αποκούμπι, “βλέποντας” ίσως απέναντί της νοερά,

    το οργισμένο βλέμμα του πατέρα,

    την περιφρόνηση ή την απογοήτευση της οικογένειας, των συγχωριανών, των φίλων… των αγαπημένων της.

    Εκείνες τις στιγμές αδυναμίας, λίγο πριν την κατάρρευση αν η Άννα είχε την οικογένεια δίπλα της, χωρίς να νοιάζεται τι θα πει ο κόσμος, δε θα είχε κερδίσει μόνο τις μάχες που έδωσε αλλά προφανώς και την ίδια της τη ζωή, την εποχή μάλιστα που κυριαρχούσε το σύνθημα “ζήσε έντονα πέθανε νέος”.

    Εξαιρετικό ενδιαφέρον δεν έχει μόνο η αληθινή ιστορία που εξελίσσεται μες τις 400 και πλέον σελίδες του βιβλίου αλλά και η επαγγελματική στάση, η επαγγελματική διαχείριση των εφηβικών προβλημάτων του επιμελητή ανηλίκων.

    Ένας ρόλος σπουδαίος, που έρχεται να καλύψει τα κενά είτε της οικογένειας, είτε της πολιτείας. Ο επιμελητής ανηλίκων, όπως διαφαίνεται από τη διαχείριση των προβλημάτων της ιστορίας,

    στέκεται δίπλα της όχι μόνο ως επαγγελματίας αλλά και ως άνθρωπος.

    Προσπαθώντας να ενισχύσει το εγώ, να στηρίξει τις προσπάθειες, να κρατήσει από το χέρι στην ανηφόρα της ζωής τα παιδιά που το έχουν ανάγκη….

    Πόσα άραγε παιδιά, στην τρυφερή ηλικία της εφηβείας, έχουν βρεθεί στην ίδια μοίρα;

    Πόσα κατόρθωσαν να αλλάξουν πορεία και να κερδίσουν τη ζωή;

    Πόσα καταστράφηκαν ή χάθηκαν χωρίς καμιά βοήθεια ή γιατί δεν ήταν αρκετή η στήριξή του παραβατικού χαρακτήρα τους;

    Η «Τελευταία εξομολόγηση», πρέπει να διαβαστεί από τους γονείς.

    Πρέπει να διαβαστεί και από τους εφήβους.

    Για να εκλάβουν όλοι τα μηνύματα.

    Μηνύματα χρήσιμα που ενδέχεται να γεφυρώσουν “το χάσμα των γενεών, των ηθών και των αντιλήψεων”, που σήμερα στον κόσμο του διαδικτύου διευρύνονται επικίνδυνα.

    Είναι ένα βιβλίο που κρούει τον κώδωνα στους γονείς που πρέπει να θέσουν ως προτεραιότητα στη ζωή τους, τα παιδιά τους.

    Ίσως ο εγκλεισμός μας στο σπίτι λόγω του κορονοϊού, να μας αφύπνισε και να μας έδειξε πόσο απομακρυσμένοι είμαστε ο ένας από τον άλλο μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, παρασυρμένοι από τους ρυθμούς της εποχής, τις ανάγκες της ζωής ακόμη και της επιβίωσης.

    Ας σπεύσουμε ταχέως όσο είναι καιρός, να καλύψουμε το δρόμο, τα κενά και την απουσία μας.

    Ας σταθούμε κοντά στα παιδιά αφιερώνοντας το χρόνο που χρειάζονται.

    Γιατί τα παιδιά πρέπει να είναι προτεραιότητα και όχι υποχρέωσή μας.

     

    * Ο Θεοχάρης Μπικηρόπουλος είναι εκπαιδευτικός των ΔΙΕΚ, συγγραφέας και Blogger

     

     

  • Δείτε επίσης...