Ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε σημαντική ζημιά στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Η επιβολή οικονομικών κυρώσεων στην Ρωσία, η διακοπή εισαγωγής φυσικού ρωσικού αερίου και συνεπώς φτηνής ενέργειας για τις βιομηχανίες και τους πολίτες, αλλά και το γενικότερο αρνητικό ψυχολογικό κλίμα για μια ενδεχόμενη κλιμάκωση των επιχειρήσεων ή και χρήση πυρηνικών όπλων, δεν βοήθησαν την οικονομική ανάπτυξη. Η Γερμανία, η άλλοτε ατμομηχανή της Ευρώπης είχε για δύο συνεχή χρόνια ύφεση στην οικονομία της και μόνο εφέτος αναμένεται να έχει θετικό πρόσημο ανάπτυξης.

Και ενώ καταβάλλονται προσπάθειες και πρωτοβουλίες για διακοπή των εχθροπραξιών και μια ειρηνική διευθέτηση στην Ουκρανία, η ευρωπαϊκή ελίτ “σκαρφίστηκε” ότι στο εγγύς μέλλον κινδυνεύουμε από τη Ρωσία και συνεπώς πρέπει να εξοπλιστούμε για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε μία επίθεση της, αυτήν την φορά στην καρδιά της Ευρώπης. Συνέδεσαν μάλιστα την ευημερία της Ευρώπης με την ήττα της Ρωσίας στον πόλεμο στην Ουκρανία.

Όπως δήλωσε στις 22/01/2025 η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Kaja Kallas, Εσθονή την καταγωγή, μέχρι τότε είχε παρασχεθεί από την ΕΕ-Κράτη Μέλη της συνολικά βοήθεια πάνω από 130 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 50 δισ. σε στρατιωτική υποστήριξη. Επίσης είχαν εκπαιδευτεί 75.000 Ουκρανοί στρατιώτες σε χώρες μέλη.

Πάνω λοιπόν σε αυτήν την αυθαίρετη εκτίμηση-απειλή στήθηκε μία νέα πολεμική στρατηγική που είχε πρώτιστο στόχο την ενίσχυση των οικονομιών της Γερμανίας και της Γαλλίας.

Το πρόγραμμα ReArm Europe ύψους 800 δις ευρώ, όπως και το πρόγραμμα SAFE ύψους 150 δις ευρώ, αναμένεται να δώσουν μεγάλη ενίσχυση στις ευρωπαϊκές χώρες που διαθέτουν βιομηχανική υποδομή. Πρόσφατα η Rheinmetall, μία μεγάλη γερμανική εταιρεία με μακρά παράδοση στην κατασκευή αμυντικού υλικού, ανακοίνωσε τα οικονομικά αποτελέσματα για το πρώτο εξάμηνο του 2025. Πωλήσεις 4,7 δις ευρώ, κέρδη 475 εκατ. ευρώ (24% αυξημένα σε σχέση με το 2024) και ένα τεράστιο ανεκτέλεστο έργο ύψους 63 δις ευρώ. Στοιχεία που δείχνουν ξεκάθαρα την συνέχεια και τον στόχο. Μια εταιρία, που όπως φαίνεται και στην επίσημη ιστοσελίδα της, στηρίζει την Ουκρανία.

Σε όλα τα παραπάνω η ελληνική Κυβέρνηση εφάρμοσε τις οικονομικές κυρώσεις που επέβαλε η ΕΕ στην Ρωσία, οι οποίες όμως έβλαψαν την οικονομία της (εξαγωγές, τουρισμός, καύσιμα) έστειλε κρίσιμο αμυντικό υλικό στην Ουκρανία με μυστικές συμφωνίες και παρείχε  εκπαίδευση σε Ουκρανούς πιλότους με τα ελληνικά F-16. Και όλα αυτά έγιναν μυστικά και χωρίς καμιά ενημέρωση του ελληνικού λαού. Η κοινή γνώμη το έμαθε ακροθιγώς από τις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του Προέδρου της Ουκρανίας Ζελένσκυ.

Από την άλλη όμως, αντί να ενισχύσει τις εγχώριες δυνατότητες παραγωγής αμυντικού υλικού, απαξίωσε τις υπάρχουσες κρατικές εταιρίες (ΕΑΣ, ΕΛΒΟ, ΕΑΒ) ενώ διευκόλυνε ακόμα και την πώληση σημαντικών ιδιωτικών εταιριών, όπως της INTRACOM, σε Ισραηλινούς.  Έτσι για τα επόμενα χρόνια θα συνεχίζουμε να μην επωφελούμαστε από τα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα αφού θα αναγκαζόμαστε να προμηθευόμαστε όλον σχεδόν τον αμυντικό εξοπλισμό και τα υλικά από το εξωτερικό (από το ράφι). Δεν έχουμε φτάσει ούτε στην δυνατότητα εγχώριας παραγωγής ενός Μη Επανδρωμένου Αεροσκάφους (UAV) παρά τα πολλά εκατομμύρια που έχουν επενδυθεί σε προγράμματα όπως το ΑΡΧΥΤΑΣ.

Την ίδια στιγμή, όπως ομολόγησε και ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας, δεν υπάρχει πουθενά ρήτρα για την απαγόρευση συμμέτοχης της Τουρκίας στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα και όλα δείχνουν ότι δεν ασκήσαμε και ούτε θα ασκήσουμε καμιά πολιτική πίεση στους ευρωπαίους συμμάχους μας για να μην πραγματοποιηθεί αυτό.

Αυτό επαναλήφθηκε και με την απόφαση της Γερμανίας για πώληση πολεμικών αεροσκαφών EUROFIGHTER στην Τουρκία. Μια απόφαση που δεν έλαβε καθόλου υπόψη την περίφημη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, αλλά και τις συνεχιζόμενες απειλές και διεκδικήσεις της Τουρκίας σε Ελλάδα και Κύπρο.

Μάλιστα, όπως δήλωσε ο κ. Πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στις 23 Ιουλίου 2025 στον ΣΚΑΙ «η Ελλάδα…θα εξασφαλίσει ότι σε οποιαδήποτε συμφωνία πώλησης στρατιωτικού εξοπλισμού προς την Τουρκία θα υπάρχουν ρήτρες σαφείς, αιρεσιμότητας, που θα λένε ότι αυτός ο εξοπλισμός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά κράτους μέλους, εν προκειμένω, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή συμμάχου του ΝΑΤΟ».

Δηλαδή, ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος πιστεύει ότι μία τέτοια ρήτρα θα αποτρέψει την Τουρκία να χρησιμοποιήσει τα πολεμικά της αεροσκάφη (F-16 και EUROFIGHTER) εναντίον της Ελλάδος σε μία κρίση ή σε μια ενδεχόμενη σύρραξη!!! Αναρωτιέται κανείς, αφέλεια ή εμπαιγμός της κοινής γνώμης;

Έχει επισημανθεί πολλές φορές ότι η Ελλάδα δεν έχει συντάξει Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας, με την οποία θα εξασφαλίζεται η εθνική κυριαρχία και η εδαφική της ακεραιότητα,  η ενότητα και η ευημερία του λαού και μια βιώσιμη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

Και αδιαμφησβήτητα, χωρίς ξεκάθαρη Στρατηγική Ασφάλειας οι αποφάσεις θα λαμβάνονται επιπόλαια, θα υπόκεινται σε έξωθεν πιέσεις, μικροκομματικές σκοπιμότητες και δεν θα υπηρετούν το κοινώς λεγόμενο δημόσιο συμφέρον. Χωρίς προκαθορισμένη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας είναι σαν λέμε ό,τι θα κάνουμε ότι μας πουν οι σύμμαχοι μας.

Βασικό στοιχείο για την εθνική μας ανεξαρτησία αποτελεί η αμυντική αυτάρκεια χωρίς την οποία δεν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις απειλές που εγείρονται συνεχώς δίπλα μας.

Σε ένα περιβάλλον, στο οποίο όλα τα γειτονικά μας κράτη παρουσιάζουν ανυπόστατους χάρτες διεκδικώντας κομμάτια εδάφους και θάλασσας που μας ανήκουν.

Είναι καιρός να αφήσουμε λοιπόν τις ρήτρες και να παράξουμε στρατιωτική ισχύ. Αυτή θα εξασφαλίσει την εθνική μας κυριαρχία σε ότι μας έχει μείνει, στο κομμάτι αυτό που ονομάζεται Ελλάδα.

* Ο Ιωάννης Ιντζές είναι Αντιστράτηγος ε.α. απόφοιτος της Σχολής Εθνικής Άμυνας και κάτοχος Μεταπτυχιακού στην «Εφαρμοσμένη Στρατηγική και τη Διεθνή Ασφάλεια». Είναι Διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Προέδρου της ΝΙΚΗΣ και Επιστημονικός Συνεργάτης στην Βουλή, Υπεύθυνος του Τομέα Εθνικής Άμυνας και αναπληρωματικό μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής.