Ινδική μελέτη αποκαλύπτει

Έπειτα από μελέτη επτά χρόνων, σε 12.000 κατοίκους του Δελχί και του Τσενάι, διαπιστώνεται ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση, και κατ’ επέκταση η εισπνοή μολυσμένου αέρα, αυξάνει τα επίπεδα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Η συγκεκριμένη έρευνα, είναι η πρώτη του είδους της στη χώρα, και αποτελεί τη συνέχεια μίας μεγαλύτερης έρευνας που ξεκίνησε το 2010, και αφορά τις χρόνιες ασθένειες στην Ινδία.

Παράλληλα, είναι και η πρώτη που επικεντρώνεται στη σχέση μεταξύ της έκθεσης σε ατμοσφαιρικά σωματίδια PM2.5 και του διαβήτη τύπου 2 στην Ινδία, που αποτελεί μία από τις χώρες του κόσμο που εκτίθενται περισσότερο στην ατμοσφαιρική ρύπανση.

Όταν εισπνέονται, τα σωματίδια PM2.5, που είναι 30 φορές λεπτότερα από μια τρίχα, μπορούν να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος, και να προκαλέσουν διάφορες αναπνευστικές και καρδιαγγειακές παθήσεις.

Τα μέσα ετήσια επίπεδα PM2.5 στο Δελχί ήταν 82-100μg/m3 και στο Τσενάι ήταν 30-40μg/m3, σύμφωνα με τη μελέτη, και αρκετές φορές εντοπίστηκαν να υπερβαίνουν τα όρια του ΠΟΥ των 5μg/m3, ενώ τα εθνικά όρια ποιότητας του αέρα της Ινδίας, είναι 40μg/m3.

Στη μελέτη του BMJ, οι ερευνητές παρακολούθησαν μια ομάδα 12.000 ανδρών και γυναικών στο Δελχί και το Τσενάι από το 2010 έως το 2017, και μετρούσαν περιοδικά τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα τους, χρησιμοποιώντας μοντέλα έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση, προσδιορίζοντας την ατμοσφαιρική ρύπανση στην περιοχή κάθε συμμετέχοντα κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Διαπίστωσαν τότε, ότι ένας μήνας έκθεσης σε PM2.5 οδήγησε σε αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και παρατεταμένη έκθεση ενός έτους ή περισσότερο οδήγησε σε αυξημένο κίνδυνο διαβήτη.

Επιπλέον, διαπίστωσαν ότι για κάθε 10μg/m3 αύξησης του μέσου ετήσιου επιπέδου PM2.5 στις δύο πόλεις, ο κίνδυνος για διαβήτη αυξανόταν κατά 22%.

«Δεδομένης της παθοφυσιολογίας των Ινδών, χαμηλός δείκτης μάζας σώματος με υψηλό ποσοστό λίπους, είμαστε πιο επιρρεπείς στον διαβήτη από ό,τι ο δυτικός πληθυσμός», δήλωσε ο Siddhartha Mandal, επικεφαλής της μελέτης και ερευνητής στο Κέντρο Ελέγχου Χρόνιων Νοσημάτων στο Δελχί.

Η προσθήκη της ατμοσφαιρικής ρύπανσης – ενός περιβαλλοντικού παράγοντα – σε συνδυασμό με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής τα τελευταία 20-30 χρόνια τροφοδοτεί το αυξανόμενο βάρος του διαβήτη, είπε.

«Μέχρι τώρα, υποθέταμε ότι η διατροφή, η παχυσαρκία και η σωματική άσκηση ήταν μερικοί από τους παράγοντες που εξηγούσαν γιατί οι Ινδοί των πόλεων είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες εμφάνισης διαβήτη από τους Ινδοί της υπαίθρου», δήλωσε ο Δρ V Mohan, πρόεδρος του Ιδρύματος Έρευνας για τον Διαβήτη του Μαντράς και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.

«Η μελέτη αυτή μας διαφωτίζει, διότι τώρα βρήκαμε μια νέα αιτία για τον διαβήτη που είναι η ρύπανση», προσθέτει.

Μια άλλη μελέτη στην ίδια ομάδα στο Δελχί, διαπίστωσε ότι η μέση ετήσια έκθεση σε PM2,5 στο Δελχί (92μg/m3) οδήγησε σε αύξηση των επιπέδων της αρτηριακής πίεσης και σε μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης υπέρτασης.

Τα PM2.5 περιέχουν θειικά άλατα, νιτρικά άλατα, βαρέα μέταλλα και μαύρο άνθρακα, που μπορούν να βλάψουν την επένδυση των αιμοφόρων αγγείων και να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση σκληραίνοντας τις αρτηρίες. Τα σωματίδια μπορούν να εναποτεθούν στα λιποκύτταρα και να προκαλέσουν φλεγμονή, ενώ μπορούν επίσης να επιτεθούν άμεσα στον καρδιακό μυ.

Λειτουργώντας ως ενδοκρινικός διαταράκτης, τα PM2.5 παρεμποδίζουν την παραγωγή ινσουλίνης στο σώμα καθώς και την επίδρασή της.

Στην αστική Ινδία παρατηρείται αύξηση του υποθυρεοειδισμού, του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) και του διαβήτη κύησης. Η μελέτη αυτή δείχνει ότι η ρύπανση μπορεί να παίζει ρόλο στην πρόκληση όλων αυτών, καθώς διαταράσσει το ενδοκρινικό σύστημα που παράγει όλες τις ορμόνες στο σώμα.

Οι ερευνητές τώρα, εργάζονται για να κατανοήσουν τον αντίκτυπο της ρύπανσης στα επίπεδα χοληστερόλης και βιταμίνης D στον οργανισμό, καθώς και τον αντίκτυπό της στον κύκλο ζωής των ατόμων, συμπεριλαμβανομένου του βάρους γέννησης, της υγείας των εγκύων γυναικών, της αντίστασης στην ινσουλίνη στους εφήβους και του κινδύνου για τη νόσο Πάρκινσον και τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Αν και τα ευρήματά της είναι ανησυχητικά, η μελέτη δίνει στους επιστήμονες την ελπίδα ότι η μείωση της ρύπανσης μπορεί να μειώσει το βάρος του διαβήτη, καθώς και άλλων μη μεταδοτικών ασθενειών,.

Ορισμένες πρωτοβουλίες δημόσιας πολιτικής έχουν δείξει αποτελέσματα. Μετά τη δημόσια κατακραυγή για την ατμοσφαιρική ρύπανση το 2016, η κεντρική κυβέρνηση και η κυβέρνηση του Δελχί απαγόρευσαν τα παλαιότερα πετρελαιοκίνητα οχήματα, περιόρισαν τις κατασκευές, κατασκεύασαν αυτοκινητόδρομους που παρακάμπτουν την πόλη και απαγόρευσαν την καύση καλλιεργειών. Σύμφωνα με αναφορές, υπήρξε μείωση κατά 22% των επιπέδων PM2,5 μεταξύ 2016 και 2021.

 

 

Σύμφωνα με πληροφορίες του Guardian

Πηγή:lifo.gr