O επίκουρος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δρ. Ιωάννης Μπαζιώτης, εξηγεί

Η ταχύτητα ενός αστεροειδή ή μετεωροειδούς μπορεί να «αγγίξει» ή και να ξεπεράσει τα 15-20 χιλιόμετρα ανά δευτερόλεπτο, όταν εισέρχεται στην ατμόσφαιρα της Γης.

Ωστόσο, ποια είναι η μοίρα ενός τέτοιου σώματος από τη στιγμή που θα μπει στην ατμόσφαιρα μέχρι και τη στιγμή που θα φθάσει και θα ακουμπήσει την επιφάνεια της Γης; Πάντα φθάνει στην επιφάνεια δημιουργώντας κάποιο κρατήρα;

Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του ΑΠΕ-ΜΠΕ, «Πρακτορείο 104,9 FM» ο επίκουρος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΓΠΑ) Δρ. Ιωάννης Μπαζιώτης, εξηγεί ότι το «μυστικό» για την επιβίωση ενός τέτοιου αντικειμένου είναι στη σύστασή του, αφού «η επίδραση της χημικής – ορυκτολογικής σύστασης και η δομή ενός τέτοιου σώματος παίζει αποφασιστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο θα συμπεριφερθεί σε αυτό το – βίαιο, ακραίων συνθηκών – σύντομο ταξίδι προς την επιφάνεια της Γης μας».

Σημαντικό «να κοιτάμε ψηλά» για παρατηρήσεις

Μεταφέροντας την επιστημονική οπτική της σπάνιας, προ ημερών, ανακάλυψης του Ούγγρου αστρονόμου Κριστιάν Σασνέζκι, ο οποίος εντόπισε έναν αστεροειδή διαμέτρου περίπου τριών μέτρων να πλησιάζει τη Γη, που δύο ώρες αργότερα έπεσε στον Αρκτικό Ωκεανό και χάθηκε, ο κ. Μπαζιώτης αναφέρει πως για «να επιβιώσει του “άγριου” ταξιδιού του» ένας αστεροειδής ή ένα μετεωροειδές πρέπει να έχει και την κατάλληλη σύσταση.

«Ένα σώμα που είναι πολύ πλούσιο σε σίδηρο και νικέλιο και προσομοιώνει την ορυκτολογία που επικρατεί στο πυρήνα(!) της Γης μας, εν πολλοίς έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να διασωθεί σε αυτό το ταχύτατο και συνάμα σύντομο ταξίδι εισόδου στην ατμόσφαιρα μέχρι και την άφιξή του στην επιφάνεια της Γης», επισημαίνει χαρακτηριστικά.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Υπάρχουν επιπρόσθετοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη συμπεριφορά ενός αστεροειδούς/μετεωροειδούς και την πιθανότητα ακόμα και της ολικής του καταστροφής στην ατμόσφαιρα πριν καν αγγίξει την επιφάνεια του πλανήτη μας; «Φυσικά. Μια πλειάδα παραγόντων, όπως η ταχύτητα και η γωνία εισόδου, αλλά και φυσικών ιδιοτήτων όπως η πυκνότητα, η συναρμογή των ορυκτών και το πορώδες του σώματος συμβάλλουν αποφασιστικά στον τρόπο με τον οποίο θα συμπεριφερθεί ένα τέτοιο σώμα, διαπερνώντας την ατμόσφαιρα της Γης.

Αποτέλεσμα αυτού είναι, για την ίδια γωνία και ταχύτητα εισόδου ενός συγκεκριμένου μεγέθους σώματος, οι σιδηροπλούσιοι αστεροειδείς/μετεωροειδή να έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες διάσωσης μέχρι την επιφάνεια από τους αντίστοιχους λίθινους που δεν… προλαβαίνουμε να ακουμπήσουμε», εξηγεί ο κ. Μπαζιώτης.

Η ταλαιπωρία του αντικειμένου στο διαστημικό του ταξίδι και η… τηγανίτα

Παράλληλα, ο αυξημένος αριθμός ρωγμών ανά μονάδα όγκου και το πορώδες, πριν καν εισέλθει στην ατμόσφαιρα της Γης ο αστεροειδής/μετεωροειδές, είναι χαρακτηριστικές ιδιότητες που θα βοηθήσουν τελικά στη μερική ή και ολοκληρωτική καταστροφή του στην ατμόσφαιρα, σημειώνει ο ειδικός επιστήμονας. «Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει η ασκούμενη πίεση – πυκνότητα του αέρα πολλαπλασιαζόμενη με το τετράγωνο της ταχύτητας του μετεώρου -στο μέτωπο, την μπροστινή δηλαδή πλευρά κατά τη φορά κίνησης του σώματος- σε σχέση με την αντοχή του. Όταν η πρώτη είναι μεγαλύτερη, τότε το ουράνιο σώμα οδηγείται σε κατακερματισμό. Όταν συμβεί αυτό, η μπροστινή επιφάνεια υφίσταται συμπίεση λόγω σταθερής πίεσης, ενώ η οπίσθια επιφάνεια έχει μηδενική πίεση. Είναι μια συμπεριφορά να προσομοιώνουμε επαρκώς με το μοντέλο «pancake», ναι, με έμπνευση το σχήμα της γνωστής μας …τηγανίτας», συμπληρώνει ο κ. Μπαζιώτης.

Ένας αστεροειδής που θα επιζήσει και μια μοναδική ανακάλυψη

Ακόμη και ο κατακερματισμός ενός αστεροειδούς/μετεωροειδούς, όμως, μπορεί να δώσει ένα μοναδικό «εύρημα» στους σχετικούς επιστήμονες. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Δρ. Μπαζιώτης, ο βαθμός μεταμόρφωσης λόγω σοκ που θα υποστεί ο αστεροειδής, όντας ακόμα στο μητρικό σώμα από το οποίο προέρχεται, θα μας δώσει απαντήσεις για το βαθμό κατακερματισμού του, κάτι που θα επηρεάσει και τη πιθανή διάσωσή του μέχρι την επιφάνεια της Γης.

«Στο εργαστήριο Ορυκτολογίας – Γεωλογίας του Τμήματος Αξιοποίησης Φυσικών Πόρων και Γεωργικής Μηχανικής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, τα τελευταία περίπου 10 έτη, μελετώνται τα χαρακτηριστικά της μεταμόρφωσης λόγω σοκ σε μετεωρίτες. Μπορεί λοιπόν να βρεθεί κάτι εντελώς νέο; Η απάντηση είναι θετική, αφού στο πλαίσιο μελέτης τέτοιων μετεωριτών, έχουμε τη τύχη να ανακαλύπτουμε μοναδικά ορυκτά που μπορούν και σχηματίζονται σε ακραίες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας. Μιλάμε για τέτοιες συνθήκες που για να τις βρούμε στη Γη θα πρέπει να κάνουμε κάτι… αδύνατο: να φθάσουμε σε όσα βρίσκονται βάθος τουλάχιστον εκατοντάδων χιλιομέτρων από την επιφάνεια», εξηγεί ο επίκουρος καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Μέσα από αυτή τη “μεταμόρφωση λόγω σοκ” έχουμε βρει και εμείς στο εργαστήριο μας νέα ορυκτά που δεν θα μπορούσαμε να βρούμε στη Γη παρά μόνο σε τέτοια -αδύνατα στην προσέγγιση- βάθη στο εσωτερικό του πλανήτη. Ήδη, την προηγούμενη εβδομάδα μέσα από ειδικό συνέδριο της NASA, παρουσιάσαμε αποτελέσματα της έρευνας μας σε έναν μετεωρίτη με προέλευση την Ανταρκτική, όπου βρήκαμε για πρώτη φορά ένα ορυκτό το οποίο δεν έχει βρεθεί σε άλλον μετεωρίτη από την Ανταρκτική, και μελετώντας το γνωρίζουμε ότι έχει σχηματιστεί σε πάρα πολύ υψηλές πιέσεις και θερμοκρασίες, τέτοιες που αν το βρίσκαμε στη Γη θα έπρεπε να φτάσουμε σε βάθος 410 χιλιομέτρων στο εσωτερικό της, κάτι ανέφικτο!», καταλήγει ο κ. Μπαζιώτης.

 

Με πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ