Το Λύκειο Λιτοχώρου συμμετείχε σε δύο λογοτεχνικούς διαγωνισμούς με ιδιαίτερη επιτυχία.

Α. 5ος Ηλεκτρονικός Διαγωνισμός Διηγήματος  Εθελοντικής Ομάδας Δράσης Πιερίας «Ο τόπος μου»

Η μαθήτρια της Α΄ Λυκείου του ΓΕΛ Λιτοχώρου Σακκούλα  Κατερίνα, έλαβε την 3η θέση στον Ηλεκτρονικό Διαγωνισμό Διηγήματος που διοργανώθηκε για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά από την Εθελοντική Ομάδα Δράσης νομού Πιερίας «Ο τόπος μου» στην κατηγορία μαθητών Λυκείων μέσα από 129 συνολικά διαγωνιζόμενους με το διήγημα «Το Τέρας».

Ο σκοπός του διαγωνισμού ήταν η κοινωνική ευαισθητοποίηση των πολιτών μέσα από τη γραφή προκειμένου να ξετυλίξουν τα δικά τους οράματα και να αποτυπώσουν τις δικές τους ανησυχίες. Η αξιολόγηση των κειμένων αφορούσε την πρωτοτυπία, το λογοτεχνικό ύφος, την πλοκή, τη δομή, τη σκιαγράφηση των ηρώων και τη δημιουργική σύνθεση των ιστοριών.

Η βράβευση έγινε σε εκδήλωση στον Καπνικό Σταθμό στις 12/05/2018.

Ποιο «Τέρας» φοβάται τελικά η Ιόλη Διαμαντοπούλου, αν όχι το τέρας αυτό καθ’  αυτό;

«Το Τέρας»

Κοιτάω επίμονα τον φάκελο της Ιόλης Διαμαντοπούλου και αντιλαμβάνομαι ότι δεν έχω άλλη επιλογή. Τα τελευταία δύο χρόνια κάθε τέρας που στάλθηκε για να την τρομάξει έχει παραιτηθεί. Το πρώτο της τέρας – ένα γιγάντιο ανθρωποειδές με πρόσωπο σκυλόψαρου και ιριδίζοντα λέπια με το όνομα Τρίτωνας – ήταν μαζί της για τέσσερα χρόνια και ,μετά, δεν το φοβόταν πια. Στη συνέχεια ακολούθησε μία σειρά συνηθισμένων ή και ασυνήθιστων, σπανίων τεράτων. Της έστειλα μέχρι και ένα τέρας που μυρίζει τον φόβο. Ήρθε πίσω κλαίγοντας.

Κοιτάζω το γραφείο μου, έμεινε μόνο ένα τέρας που δεν έχει σταλεί στην Ιόλη – εγώ. Πάντα εγώ, ο Τυφώνας, ήμουν αυτός που έστελνε τα τέρατα στα παιδιά γιατί ποτέ δεν μου άρεσε να είμαι ο ίδιος το τέρας κάτω από το κρεβάτι τους. Βέβαια, οι απελπιστικές στιγμές απαιτούν και δραστικά μέτρα.

Έτσι στις 8:03 μ.μ., αφού η κυρία Διαμαντοπούλου βάλει την Ιόλη και τον μικρό της αδερφό Ερμή για ύπνο, γλιστράω κάτω από το κρεβάτι του κοριτσιού. Στην άλλη άκρη του δωματίου, κάτω από την κούνια του Ερμή, βρίσκεται ένας νεοσύλλεκτος, ο Φόλος, ένα συνηθισμένο ανατριχιαστικό τέρας – με γαμψά νύχια, κοφτερά δόντια και πράσινη επιδερμίδα.

Στρέφω την προσοχή μου στο κρεβάτι που βρίσκεται από πάνω μου. Η Ιόλη είναι ακόμη ξύπνια, αν και ίσα που κρατάει τα μάτια της ανοιχτά. Απλώνω ένα από τα παγωμένα χέρια μου και το τρέχω μέσα από τα μαλλιά της. Σιωπή… Έτσι, το κάνω ξανά.

«Δεν σε φοβάμαι τέρας…» ψιθυρίζει το μικρό κορίτσι, αν και η φωνή του τρέμει.

Μπορώ να δω ένα μικρό ρολόι στο τοίχο… 8:17 μ. μ. Μια πόρτα στο σπίτι ανοίγει απότομα και αφουγκράζομαι την ανάσα της Ιόλης να σκαλώνει στον λαιμό της. Περνάνε μερικά λεπτά και μπορώ να ακούσω τη σύζυγο του Λεωνίδα Διαμαντόπουλου να δέχεται για άλλη μια φορά – χωρίς να αντιδρά – μία ακόμη από τις εκρήξεις του συζύγου της. Ακούγονται βαριά βήματα στα σκαλιά και ηχηρές λαχανιασμένες ανάσες. Η μικρή κατεβαίνει από το κρεβάτι της και κουλουριάζεται κάτω από αυτό μαζί με εμένα.

«Κάνε παρακεί….!» μου φωνάζει ψιθυριστά και το κάνω.

Η πόρτα του υπνοδωματίου ανοίγει απότομα και μπορώ να μυρίσω την δυσωδία των οινοπνευματωδών ουσιών πριν ακόμη ο άντρας μπει μέσα στο δωμάτιο. Τώρα ξέρω γιατί η Ιόλη δεν φοβάται κανένα από τα τέρατα μου. Φοβάται το δικό της προσωπικό τέρας – τον πατέρα της.

Ο Λεωνίδας Διαμαντόπουλος σκύβει και απλώνει ένα χέρι κάτω από το κρεβάτι προκειμένου να σύρει το κορίτσι έξω. Δεν χάνω ευκαιρία και τυλίγω το δικό μου χέρι γύρω από τον καρπό του. Αρχίζει να τραβάει και γλιστράω έξω.

«Τι στο…» κόβω τις τελευταίες λέξεις του καθώς απλώνω τα εκατό φίδια που έχω για πόδια και ξεδιπλώνω τα φτερά μου. Παρατηρώ για μερικά δευτερόλεπτα τον – αποσβολωμένο από την εμφάνιση μου – μεθυσμένο άντρα.

«Αν αγγίξεις, τρομάξεις, ή κακοποιήσεις ξανά την Ιόλη, θα σε βρω και θα κάνω ακριβώς το ίδιο και σε εσένα για ολόκληρη την αιωνιότητα. » του υπόσχομαι…

Β. 2ος Παμπιερικός μαθητικός λογοτεχνικός διαγωνισμός  Συνδέσμου Φιλολόγων Πιερίας και Κ.Π.Ε Ανατολικού Ολύμπου.

Η μαθήτρια της Α΄ Λυκείου του ΓΕΛ Λιτοχώρου Τουλουπάκη Ευαγγελία βραβεύτηκε επίσης με το 1ο βραβείο διηγήματος, στον 2ο Παμπιερικό μαθητικό λογοτεχνικό διαγωνισμό που συνδιοργάνωσε ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Πιερίας με το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Ανατολικού Ολύμπου  με θέμα τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου στον άνθρωπο και τη φύση με το διήγημα «Η τελευταία Άνοιξη».

Στο διαγωνισμό συμμετείχαν επίσης και έλαβαν έπαινο συμμετοχής οι μαθήτριες της Α΄ Λυκείου: Ηλιάνα Καραδήμου με το ποίημα «Η παγίδα», Λεάνδρα Κολωνιάρη με το διήγημα «Ο ήλιος θα ανατείλει ξανά» και η Κατερίνα Σακκούλα με το διήγημα «Ο Νόμος».

Ο σκοπός του διαγωνισμού ήταν να δοθεί η δυνατότητα στους μαθητές να εκφράσουν το αίτημα για πανανθρώπινη ειρήνη μέσα από την τέχνη του λόγου αναδεικνύοντας τις οδυνηρές επιπτώσεις του πολέμου στον άνθρωπο και στη φύση.

Η βράβευση και απονομή επαίνων έγινε σε εκδήλωση στο αμφιθέατρο του 2ου ΓΕΛ Κατερίνης στις 20/05/2018.

 

Με δυνατή «φωνή» απορεί η φύση που δε μιλά: γιατί χίλιοι δυο σκοτώνονται με τις εντολές των δυο…

«Η τελευταία Άνοιξη»

Την στιγμή που ήρθε το φλογερό πέπλο… τελείωσαν όλα.

Βασικά, είναι ανάλογα με την οπτική γωνία του καθενός: η μέρα μηδέν ήταν η αρχή για κάποιους. Για εμένα ήταν το τέλος της αντίστροφης μέτρησης για την καταστροφή του κόσμου μου.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που κοίταξα τον κόσμο μετά την έκρηξη, η στιγμή έχει μείνει αποτυπωμένη στην μνήμη μου, σαν μια πικρή αλήθεια.

…Όλα ξεκίνησαν την Άνοιξη. Εκεί που ξεκινάνε συνήθως τα πιο πολλά, όπως η ζωή. Εκείνη την Άνοιξη όμως τίποτα δεν ήταν όπως παλιά. Τα χελιδόνια δεν μας επισκέφτηκαν ποτέ και οι αμυγδαλιές άνθισαν διστακτικά, λες και ήθελαν να προστατεύσουν τα άνθη τους από αυτό που ερχόταν.

Μετά ήρθε και το Καλοκαίρι. Δεν πέρασε όμως όπως όλα τα άλλα, πέρασε αργά, ο ήλιος έκαιγε την σάρκα των ανθρώπων, η θάλασσα έτσουζε τις πληγές τους.

Το Φθινόπωρο κοίταζα τα φύλλα να πέφτουν, τα παιδιά όμως δεν ήταν εκεί για να παίξουν. Ήταν κάπου μακριά, σε μια χώρα που δεν αναγνώριζα ούτε πως φαίνονται τ’ αστέρια αλλά ούτε και ποτέ έδυε ο ήλιος. Μόνο κλάματα άκουγα συνέχεια, μάνες να ελπίζουν για τα παιδιά τους και κάθε δάκρυ που έπεφτε ήταν μια προσευχή στον Θεό.

Λίγο αργότερα το παιδιά επέστρεψαν, μα το παιχνίδι που παίζανε ήταν άγριο και οι κραυγές των μανάδων έγιναν ολοένα και πιο δυνατές. Ένα αγόρι με μεγάλα γαλάζια μάτια έπεσε μπροστά μου και σαν έλεγε τούτες τις λέξεις, εγώ τον κοιτούσα:

«Μπορεί να έπρεπε να σταματήσω να κοιτάω τον ήλιο

έπρεπε να πάρω τα όπλα και να πολεμήσω

μα δεν μπορούσα να σηκωθώ,

το αιματοβαμμένο πια γρασίδι με παρακαλούσε να μείνω

Γιατί αν σηκωνόμουν

θα έβλεπε ο εχθρός ότι χτυπήθηκα

μα, και αυτός στο γρασίδι κείτεται!

Μάλλον θα κουράστηκε και το δάκρυ του τρέχει σαν χείμαρρος επειδή

Μπορεί και να νίκησε

Μπορεί να έπρεπε να σηκωθώ αλλά δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από τον ήλιο,

που συνοδευμένος από βόμβες μεταμφιεσμένες σε πυροτεχνήματα σκάνε δίπλα του

Αυτός τα είδε όλα και απορεί

Γιατί χίλιοι δυο σκοτώνονται με τις εντολές των δυο…»

…Και εκείνη την στιγμή ο ήλιος Έδυσε.

Σιγά σιγά ήρθε ο Χειμώνας. Δεν ήταν όπως συνήθως, είχε πολύ ζέστη και θόρυβο. Κραυγές ακούγονταν από παντού, όλα τα λουλούδια αναστατώθηκαν.

Μετά ήρθε η πύρινη γροθιά η οποία σήμανε την έναρξη της ημέρας μηδέν. Το γρασίδι πήρε ένα μουντό καφέ χρώμα και η υφή του άλλαξε. Πλέον δε θα θέλουν τα παιδιά να τρέξουνε ξυπόλητα πάνω του, αλλά ούτε και να μαζέψουν εμένα. Τα άσπρα πέταλα μου αντικαταστάθηκαν από μια μαύρη στάχτη, τώρα πλέον δε θα με διαλέξει κανείς να αναρωτηθεί για την αγάπη του. Όμως τώρα ούτως ή άλλως οι αγάπες δεν βρίσκονται τόσο εύκολα.

Τριγύρω κείτονται νεκροί, οι οποίοι ελπίζω έχουν πάει σε ένα μέρος αγάπης. Εδώ πέρα η αγάπη εξαφανίστηκε και άφησε αντικαταστάτη της την ελπίδα, που όσο μικρή και να είναι βρίσκει τρόπο να τρυπώσει στο μυαλό και στην καρδιά.

Μα συνάμα,

τι ξέρω εγώ;

αφού είμαι απλά μια μαργαρίτα

και, ως γνωστόν,

οι μαργαρίτες δεν μιλάνε

 

Υπεύθυνη καθηγήτρια :Καρτσιούκα Ευθυμία  ΠΕ02