Mετά από ένα εκδοτικό θρίλερ ανακοινώσεων, αντιδράσεων και αναβολών, κυκλοφόρησε τελικά η πολυσυζητημένη αυτοβιογραφία του αιρετικού σκηνοθέτη – Tι αποκαλύπτει ο 84χρονος «Νευρικός εραστής» για τις σχέσεις του με τις συζύγους και τις ερωμένες του, αλλά και με τα υιοθετημένα παιδιά της Μία Φάροου.

Καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την επικείμενη δύση της ζωής του, ο 84χρονος Γούντι αποφασίζει να συντάξει έναν συνολικό απολογισμό χωρίς φόβο και δέος – και κυρίως χωρίς ντροπή. Παραδέχεται πως έχει αδικήσει πολύ κόσμο, αλλά και ότι πολλοί ηθοποιοί που τώρα αρνούνται το όνομά του έχουν μάλλον ευεργετηθεί από αυτόν.

Ισως να είναι η μοίρα του Γούντι Αλεν να παρωδεί τις πιο τραγικές στιγμές του, απόδειξη ότι, έστω και άθελά του, κατέληξε να κυκλοφορεί εν μέσω πανδημίας την αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Με αφορμή το τίποτα» (A propos of nothing).

Σε αυτή όχι μόνο ξεδιπλώνει το χρονικό της επιτυχίας του -ιδέες, σκέψεις, συνεργασία με κορυφαίους συγγραφείς και καλλιτέχνες-, αλλά και φέρνει στο φως πικάντικες λεπτομέρειες για τις σχέσεις του με διάφορες ηθοποιούς, για τη γνωριμία του με την Νταϊάν Κίτον, την οποία παραδέχεται ότι απατούσε, ενώ εκτοξεύει τρομερές κατηγορίες στον μεγάλο του εχθρό, τη Μία Φάροου, την οποία περιγράφει ως μανιακή και ψυχοπαθή, λέγοντας ότι κακοποιούσε με πολλαπλούς τρόπους τα παιδιά της και πως κοιμόταν με τον γιο της Ρόναν γυμνό μέχρι που αυτός έγινε έντεκα!

 

 

Ολα αυτά βέβαια είναι δοσμένα πάντα με τον βιτριολικό τρόπο ενός γοητευτικού μισάνθρωπου, ο οποίος παραδέχεται ότι το χιούμορ του πηγάζει από τον έντονο πεσιμισμό του: «Δεν υπήρχε ποτέ κάποιο τραύμα στη ζωή μου, δεν συνέβη ποτέ κάτι τόσο τρομερό που να με μετέτρεψε από ένα ντροπαλό αγόρι με ψαράδικα παντελόνια και φακίδες σε έναν μόνιμα απογοητευμένο αγροίκο. Αυτό που εγώ εικάζω είναι ότι εκεί, γύρω στα πέντε, κατάλαβα τι σημαίνει θνητότητα και αρνήθηκα να συνυπογράψω. Ποτέ δεν συναίνεσα σε αυτό το συμβόλαιο, στο να είμαι θνητός. Αν δεν παρεξηγείτε, θέλω τα λεφτά μου πίσω».

Με άλλα λόγια, ο 84χρονος Γούντι καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την επικείμενη δύση της ζωής του αποφασίζει να συντάξει έναν συνολικό απολογισμό χωρίς φόβο και δέος – και κυρίως χωρίς ντροπή. Παραδέχεται πως έχει αδικήσει πολύ κόσμο, αλλά και ότι πολλοί ηθοποιοί που τώρα αρνούνται το όνομά του έχουν μάλλον ευεργετηθεί από αυτόν. Και φυσικά, ευχαριστεί τους υπεύθυνους του εκδοτικού οίκου Arcade γιατί προχώρησαν στην κυκλοφορία του βιβλίου, οι οποίοι με τη σειρά τους ανακοίνωσαν στο λιτό δελτίο Τύπου που συνοδεύει την κυκλοφορία του: «Πρόκειται για έναν ειλικρινή και ολοκληρωμένο προσωπικό απολογισμό του Γούντι Αλεν για τη ζωή του, που ξεκινάει από την παιδική του ηλικία στο Μπρούκλιν, φτάνει στην αναγνωρισμένη καριέρα του στον κινηματογράφο, στο θέατρο, στην τηλεόραση, στη stand up κωμωδία και τις εκδόσεις, για να καταλήξει στη διερεύνηση των σχέσεών του με τους φίλους του».

Είχε ήδη προηγηθεί η δήλωση της εκπροσώπου του οίκου η οποία υπεραμύνθηκε της απόφασής τους να προχωρήσουν στην έκδοση της πολύκροτης βιβλιογραφίας λέγοντας: «Σε αυτή την παράξενη εποχή, στην οποία η αλήθεια παρερμηνεύεται ως fake news, εμείς προτιμούμε ως εκδότες να δώσουμε το βήμα σε έναν αναγνωρισμένο καλλιτέχνη από το να σκύψουμε το κεφάλι σε αυτούς που είναι αποφασισμένοι να τον κάνουν να σωπάσει».

Και η αλήθεια είναι πως στο πλευρό του Γούντι Αλεν είχαν σταθεί κορυφαίοι δημιουργοί κάνοντας εμφανή λόγο για λογοκρισία, αφού η απόφαση του Hachette Βook Group (HBG) να ακυρώσει την έκδοση της περίφημης αυτοβιογραφίας, o λόγος για τον εκδοτικό οίκο που την είχε αναλάβει αρχικά, ακολούθησε υπό το βάρος των #metoo αντιδράσεων, αλλά και μετά την απόφαση τού να μην προβληθεί η ταινία του «Μια βροχερή μέρα στη Νέα Υόρκη» στην Αμερική, αλλά ούτε και να διανεμηθεί μετά σε DVD μέσω της Amazon.

Στις 23 Μαρτίου εκδόθηκε τελικά η πολυαναμενόμενη αυτοβιογραφία του Γούντι Αλεν «Με αφορμή το τίποτα»
Απαντώντας σε όλα αυτά στο βιβλίο του, ο διάσημος αυτοβιογραφούμενος – κυνηγημένος σκηνοθέτης επισημαίνει: «Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι στις ποιητικές φαντασιώσεις μου παίζει να είμαι ένας καλλιτέχνης το έργο του οποίου απαγορεύεται στη χώρα του και αναγκάζεται, λόγω αδικίας, να βρει το κοινό του στο εξωτερικό. Συγκρίνοντας μάλιστα τον εαυτό μου με άλλους κυνηγημένους, όπως τον Χένρι Μίλερ, τον Ντ. Χ. Λόρενς και τον Τζέιμς Τζόις, με βλέπω να στέκομαι ανάμεσά τους προκλητικά, για να διαπιστώσω τελικά πως το μόνο κοινό σημείο μας είναι η στιγμή που η γυναίκα μας θα μας πει: “Ξύπνα, ροχαλίζεις!”».

 

Ο μοιραίος έρωτας με τη Σουν-Γι

Μεταξύ των άλλων αδυναμιών που ομολογεί πως λειτουργούν ως εμμονή -«σαν αυτή του κάπτεν Αχαμπ στο “Μόμπι Ντικ”»- είναι η λατρεία του για τη σημερινή του σύζυγο Σουν-Γι, η οποία δηλώνεται περίτρανα από την ειδική αφιέρωση στην πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου: «Για τη Σουν-Γι, την καλύτερη. Της έδωσα να φάει από το χέρι μου και μετά κατάλαβα ότι το χέρι μου έλειπε», γράφει χαρακτηριστικά. Παρότι δεν αρνείται ότι είχε συνάψει δεσμό μαζί της από νωρίς, ενόσω ήταν ακόμα παντρεμένος με τη Φάροου, με την οποία έχει τέσσερα παιδιά (η ίδια είχε άλλα επτά από τις προηγούμενες σχέσεις της), ομολογεί πως ήταν κάτι μοιραίο αφού ήταν γι’ αυτόν μια σχέση ζωής.

Επίσης παραδέχεται ότι η τεράστια διαφορά ηλικίας -που φτάνει τα 35 χρόνια- φαντάζει κάπως παράδοξη, αλλά σημειώνει ότι ο έρωτας ήταν αμοιβαίος εξαρχής και όχι μονόπλευρος: «Στην αρχή της σχέσης μας, οπότε ο πόθος κυριαρχούσε, δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τα χέρια μας μακριά, γι’ αυτό μας ήρθε η ιδέα να τραβήξουμε μερικά γυμνά ώστε να τα βλέπουμε όση ώρα στερούμασταν ο ένας τον άλλο», γράφει χαρακτηριστικά, για να ομολογήσει πως όντως η Φάροου ανακάλυψε τον ερωτικό του δεσμό με την 20χρονη κόρη της όταν εντόπισε γυμνές φωτογραφίες τους στο διαμέρισμά του, αφού πάντοτε διατηρούσαν διαφορετικά σπίτια.

«Καταλαβαίνω το σοκ, την αηδία, την οργή της, τα πάντα. Ηταν η σωστή αντίδραση», αλλά ο ίδιος λέει πως δεν το μετανιώνει ούτε στιγμή. «Οταν πολλές φορές τα πράγματα γίνονταν πραγματικά δυσάρεστα, με κακολογούσαν παντού και με ρωτούσαν κατά πόσο θα συνέχιζα με τη Σουν-Γι αν ήξερα τότε τις συνέπειες και όλο αυτό που θα ακολουθούσε. Η απάντησή μου είναι η ίδια: θα το έκανα από την αρχή και χωρίς κανέναν δισταγμό». Απόδειξη ότι ζουν μαζί τα τελευταία 20 χρόνια και έχουν υιοθετήσει δύο παιδιά, τα οποία μεγαλώνουν, όπως όλα δείχνουν, αρμονικά και χωρίς τις δυσάρεστες εμπειρίες του παρελθόντος. Σύμφωνα με τον Αλεν, η Σουν-Γι είναι ανεκτική μαζί του, συμπονετική και όμορφος άνθρωπος. Καλές, παρεμπιπτόντως, είναι οι σχέσεις του με αρκετές πρώην συντρόφους.

 

Η εξαίσια Νταϊάν Κίτον και ο μοιραίος έρωτας με τη Μία Φάροου

Οπως παραδέχεται στο βιβλίο, ενώ έχει πληγώσει ανεπανόρθωτα την επί σειρά ετών σύντροφό του και πρωταγωνίστρια των ταινιών του Νταϊάν Κίτον, εκείνη ποτέ δεν τον πρόδωσε και ακόμα και σήμερα στέκεται με σθένος στο πλευρό του. Φάνηκε επίσης αρκετά ανεκτική με τις απιστίες του, παρότι ο πάντοτε επιρρεπής στις παράλληλες σχέσεις Αλεν έφτασε σε σημείο να την απατήσει και με τις δύο αδελφές της: «Και οι τρεις αδελφές Κίτον ήταν πανέμορφες, εξαίσιες γυναίκες. Ομολογουμένως τα γονίδια της οικογένειας ήταν εξαιρετικά: πρωτόπλασμα για Οσκαρ και μια πανέμορφη μητέρα να επιβεβαιώνει του λόγου του αληθές».

 

 

«Δεν ήταν ποτέ απαιτητική, ήταν πιο ενημερωμένη από μένα, πιο καλλιεργημένη, λάγνα όσο πρέπει, γοητευτική ειδικά στους φίλους μου και, το κυριότερο, ζούσε ακριβώς στην άλλη πλευρά του Σέντραλ Παρκ, γεγονός που μείωνε τις μετακινήσεις μου με το αυτοκίνητο», γράφει όσον αφορά τις πρώτες του εντυπώσεις για τη Μία Φάροου, με την οποία φαίνεται αρχικά πολύ γενναιόδωρος – μέχρι που αρχίζει να ξεδιπλώνει όλο το παρασκήνιο. Δεν ήταν επίσης τυχαίο ότι η πανέμορφη και ταλαντούχα Μία ήταν ποθητή σε όλο το Χόλιγουντ: πριν από τον Γούντι Αλεν η ηθοποιός είχε συνάψει έναν πολυσυζητημένο και πολύκροτο γάμο με τον Φρανκ Σινάτρα.

Το γεγονός ότι δεν άφηνε κανέναν αδιάφορο έπαιξε ρόλο στο να την ερωτευτεί ο Αλεν παράφορα: «Ανακάλυπτα διαρκώς όλο χαρίσματα: εκτός από πανέμορφη και πανέξυπνη, είχε υποκριτικό ταλέντο, ζωγράφιζε, είχε καλό μουσικό αυτί και επτά παιδιά. Για να πω την αλήθεια, το έβρισκα διασκεδαστικό να εμπλέκομαι σε μια σχέση με μια γυναίκα με επτά παιδιά και σε εκείνη τη φάση μου φαινόταν απλώς ότι ήταν ένα ακόμα χαρακτηριστικό της».

Αλλά αυτό φυσικά ενέπλεξε με έναν παράδοξο και πολύπλοκο τρόπο και τον ίδιο. Λίγες βδομάδες αφότου άρχισαν να βγαίνουν με τη Φάροου και ενώ έτρωγαν σε έναν κινέζικο εστιατόριο, όχι μόνο του έκανε πρόταση γάμου, αλλά του απαίτησε αμέσως και παιδί.

Εκείνος αρνήθηκε και η αντίδρασή της ήταν αρκετά παρανοϊκή, αλλά, όπως ομολογεί στο βιβλίο, δεν του χτύπησε «καμπανάκι»: «Κάτι έπρεπε να καταλάβω από τότε, αλλά όταν βγαίνεις με μια τόσο ονειρεμένη γυναίκα όπως εκείνη, όταν βλέπεις το σήμα κινδύνου κοιτάς προς την αντίθετη κατεύθυνση», σημειώνει. Δεν μπορούσε τότε να αντιληφθεί πως δεν ήταν αυτή η ρομαντική και εύθραυστη γυναίκα που πίστευε, αλλά μάλλον μια γυναίκα με εκδικητικές τάσεις, τεράστια ανασφάλεια και φοβερά απωθημένα.

Η πρώτη που του το επισήμανε ήταν η Ντόρι Πρεβέν, πρώην σύζυγος του Αντρέ Πρεβέν (ο ταλαντούχος συνθέτης ήταν επίσης πρώην σύζυγος της Μία Φάροου και θετός πατέρας της Σουν-Γι Πρεβέν), η οποία ακόμα και σήμερα δείχνει να υποστηρίζει θερμά τον Γούντι Αλεν, μην μπορώντας ποτέ να ξεπεράσει το γεγονός ότι χώρισε εξαιτίας της Φάροου.

Ηταν μάλιστα η Ντόρι που είχε γράψει το τραγούδι «Beware of Young Girls» ως υπαινιγμό προς τη Μία Φάρου που είχε ξελογιάσει τον άνδρα της και αργότερα το «Daddy in the Attic» ως υποστηρικτικό προς τον Γούντι Αλεν, ο οποίος προσπαθούσε να αντικρούσει στο δικαστήριο τις κατηγορίες της Φάροου για αποπλάνηση ανηλίκου. Η Ντόρι εξακολουθεί, σύμφωνα με τον Αλεν, να υποστηρίζει ότι η Μία Φάροου προσπαθούσε για καιρό να φτιάξει το δίκτυο εξόντωσης του σκηνοθέτη, ειδικά αμέσως μετά την αποκάλυψη της σχέσης του με τη Γι.

 

 

Στην εκ βαθέων εξομολόγησή του ο Γούντι Αλεν παραδέχεται ότι απατούσε την Νταϊάν Κίτον (αριστερά) ακόμα και με τις αδελφές της, ενώ κατηγορεί τη Μία Φάροου (πάνω) ως μανιακή και ψυχοπαθή, λέγοντας ότι κακοποιούσε τα παιδιά της και πως κοιμόταν με τον γιο της Ρόναν γυμνό μέχρι που αυτός έγινε 11!
Οι ιδιόρρυθμες σχέσεις με τα παιδιά τους

Ωστόσο, όπως λέει ο Αλεν, η Μία δεν ήταν πάντα κατά της ιδέας τού να φροντίζει ο Γούντι τα υιοθετημένα τέκνα της. Ειδικά μετά την έλευση της μικρής Ντίλαν στην οικογένεια είχε αντιληφθεί ότι άρχισαν να γεννιούνται μέσα του πατρικά ένστικτα: «Πολύ σύντομα βρήκα αυτό το μικρό πλασματάκι αξιαγάπητο και με έπιασα να ασχολούμαι ολοένα περισσότερο με το βρέφος: την κοίμιζα, την κρατούσα και την έπαιζα, μου άρεσε τρομερά να είμαι ο πατέρας της.

Και είναι η ίδια η Μία που μου είπε ότι “μου φαίνεται πως ωρίμασε μέσα σου η ιδέα της πατρότητας”». Γι’ αυτό και όταν μετά από λίγο του ανακοίνωσε ότι ήταν έγκυος στον Ρόναν -ο οποίος τελικά αργότερα άλλαξε το όνομά του σε Σάτσελ-, ο Αλεν υποστηρίζει ότι χάρηκε πολύ, μόνο που εκ των υστέρων η ίδια αρνήθηκε ακόμα και αυτό το γεγονός, προφανώς -όπως λέει ο ίδιος- για να τον εκδικηθεί: «Παρά τη δική της υπόθεση ότι ο Σάτσελ ήταν παιδί του Φρανκ Σινάτρα, εγώ νομίζω πως είναι δικό μου, αν και ποτέ δεν θα το μάθει κανείς πραγματικά.

Μπορεί όντως να με απατούσε τότε και να εξακολουθούσε να κοιμάται με τον Φρανκ, όπως υπαινίχθηκε, ή να είχε άλλες σχέσεις, αλλά τότε ζούσαμε χωριστά». Ο Αλεν βέβαια αφήνει υπαινιγμούς για την «αφύσικη εγγύτητα», όπως τη χαρακτηρίζει, της Μία Φάροου με τον Φλέτσερ Πρεβέν, έναν από τους γιους της, γράφοντας πως «τον έπαιρνε μαζί στα ραντεβού και του επέτρεπε να κοιμάται κάτω από το τραπέζι όταν αργούσαν, δεν τον άφηνε να απομακρυνθεί στιγμή από κοντά της».

Η αδυναμία του Αλεν ωστόσο ήταν η μικρή Ντίλαν και αυτός ήταν ο λόγος που, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, η Φάροου τη χρησιμοποίησε ως βασικότερο όπλο εναντίον του: «Ενα από τα πιο στενάχωρα γεγονότα της ζωής μου ήταν ότι στερήθηκα την ανατροφή της Ντίλαν ενώ ήθελα τόσο πολύ να της δείξω τις χαρές του Μανχάταν, του Παρισιού και της Ρώμης. Ακόμα και σήμερα θα δεχόμουν την Ντίλαν, τόσο εγώ όσο και η Σουν-Γι, με ανοιχτές αγκάλες αν ήθελε ποτέ να επιστρέψει σε εμάς όπως ο Μόουζες Φάροου, αλλά ξέρω ότι μέχρι τώρα αυτό είναι απλώς ένα όνειρο».

Η αλήθεια είναι ότι ο Μόουζες παρέμεινε ο βασικός υποστηρικτής του Αλεν τασσόμενος κατά της Φάροου, την οποία εξακολουθεί να παρουσιάζει ως παράφρονα.

Ολα αυτά τα επικαλείται με κάθε λεπτομέρεια ο αυτοβιογραφούμενος Αλεν στο βιβλίο, ενώ τα συνδέει και με διάφορα άλλα ανήκουστα γεγονότα, όπως τις εκρήξεις βίας εκ μέρους της, τη σαδιστική της εκδικητικότητα, την οποία συνδέει με το επίσης αρρωστημένο οικογενειακό της περιβάλλον, επιμένοντας πως ήταν «διαταραγμένη και πιθανόν κακοποιημένη». Ο αδελφός της είχε καταδικαστεί σε δεκάχρονη φυλάκιση για κακοποίηση ανηλίκων και ως εκ τούτου ο Αλεν υποστηρίζει «ότι κάθε μέλος της οικογένειας Φάροου είναι γεμάτο ελαττώματα».

 

 

Είναι μαζί εδώ και 20 χρόνια, περάσανε πολλά και της αφιερώνει το βιβλίο με τρόπο πολύ… γουντιαλενικό! «Για τη Σουν-Γι, την καλύτερη. Της έδωσα να φάει από το χέρι μου και μετά κατάλαβα ότι το χέρι μου έλειπε».

Εννοείται βέβαια πως οι κατηγορίες του δεν σταματούν εδώ: επιμένει ότι σκόπιμα η Φάροου άφησε μία από τις κόρες της να πεθάνει μόνη της στο νοσοκομείο -είχε διαγνωστεί με AIDS- ανήμερα Χριστούγεννα χωρίς να πάει καν στην κηδεία της και ότι ανάγκασε τον Ρόναν, με την αποφοίτησή του από το σχολείο, να σπάσει τα πόδια του ώστε να χειρουργηθεί και να αυξήσει το ύψος του γιατί ήταν κοντός! Επίσης ότι είχε στείλει στον Aλεν μια κάρτα του Αγίου Βαλεντίνου με ένα κουζινομάχαιρο καρφωμένο ακριβώς στην καρδιά και ότι φυσικά δεν είχε φοβηθεί να σπάσει διάφορα πράγματα αξίας σε κάποια από τα ξεσπάσματά της. Θεωρεί, δε, ότι εκείνη φταίει για τις απόπειρες αυτοκτονίας δύο από τα παιδιά της, τα οποία οδήγησε στην τρέλα.

 

Τι απαντά στις δημόσιες κατηγορίες

Πολλούς υπαινιγμούς αφήνει ο σκηνοθέτης και για τους συναδέλφους του, οι οποίοι δεν υπήρξαν και τόσο υποστηρικτικοί όσο θα περίμενε, με κάποιες ωστόσο εξαιρέσεις: «Η αλήθεια είναι ότι θα περίμενα λίγο παραπάνω υποστήριξη: όχι τίποτα συντριπτικό, ίσως μερικές οργανωμένες πορείες, πιθανόν κάποιους αγανακτισμένους συναδέλφους να διαδηλώνουν πιασμένοι σε αλυσίδα και άλλους να ξεσπούν καταστρέφοντας τα πάντα – μάλλον όχι τα πάντα, απλώς μερικά καμμένα αυτοκίνητα».

Οσο για το πώς εξέλαβε όλον αυτό τον σάλο που ακόμα υπάρχει στην Αμερική στο άκουσμα και μόνο του ονόματός του -εξαιτίας και του κινήματος του #metoo στο οποίο μπροστάρης είναι ο γιος της Φάροου- αρνείται να απαντήσει: «Δεδομένου αυτού του τεράστιου χάους που έχει διαμορφωθεί σε ένα δυσανάλογο σύμπαν, καταλαβαίνει κανείς ότι δεν θα πείραζε άλλη μια ψευδής, μικρή κατηγορία. Το έκαναν και το έστησαν χωρίς κανένα κόστος, έτσι απλά. Ισως πάλι και να με σώζει το ότι είμαι μισάνθρωπος – έχει κι αυτό τις χάρες του. Είναι αυτός ο λόγος που οι άνθρωποι δεν πρόκειται να σε διαψεύσουν ποτέ για καλό».

 

 

 

 

Πηγή: protothema.gr